Tuesday, 28 July 2009

Ιδεολογία

Από κοινωνικοεπιστημονική άποψη, ιδεολογία είναι ένα λίγο πολύ συνεκτικό σύνολο ιδεών που παρέχει μια βάση για οργανωμένη πολιτική δράση, ανεξαρτήτως αν αυτή η δράση αποσκοπεί στη διατήρηση, μεταβολή ή ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος σχέσεων εξουσίας.

Όλες οι ιδεολογίες επομένως (α) δίνουν μια συνολική περιγραφή της υπάρχουσας τάξης, συνήθως με τη μορφή μιας «κοσμοθεωρίας», (β) παρέχουν ένα μοντέλο του επιθυμητού μέλλοντος, ένα όραμα της αγαθής κοινωνίας, και (γ) υποδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί και πρέπει να επέλθει πολιτική αλλαγή.

Ωστόσο οι ιδεολογίες δεν είναι ερμητικά κλειστά συστήματα σκέψης: είναι μάλλον ρευστά σύνολα ιδεών που αλληλοεπικαλύπτονται σε πολλά σημεία. Σε επίπεδο «δομής», οι ιδεολογίες μοιάζουν με τις πολιτικές φιλοσοφίες, ενώ σε επίπεδο «λειτουργίας» παίρνουν τη μορφή ευρύτερων πολιτικών κινημάτων (Seliger, 1976).

Πηγή: Andrew Heywood, Εισαγωγή στην Πολιτική, 1997 & 2002, Εκδόσεις Πόλις

Saturday, 20 June 2009

Kali Yuga

Πηγή

Όλα τα ανθρώπινα όντα θα είναι ανήλεα, άθεοι με σκληρή γλώσσα. Στο τέλος της Kali Yuga, δώδεκα λαμπεροί ήλιοι που φέρνουν μεγάλη θερμότητα η οποία ακολουθείται από χειμαρρώδη βροχή, θα καταστρέψουν την ανθρωπότητα καθώς κι όλα τα υπόλοιπα πλάσματα. Ω βασιλιά του Vraja, η Γη θα υπάρχει μόνο κατ' όνομα. Όταν η Kali Yuga τελειώσει η Γη θα αποκατασταθεί. Όταν σταματήσουν οι βροχές η Satya Yuga θα αρχίσει πάλι.
Brahma Vaivarta Purana 62-64



Και όπως έχει ορίσει ο Χρόνος, ένας Brahmana με το όνομα Κάλκι θα γεννηθεί. Και θα δοξάσει Τον Βισνού και θα είναι κάτοχος μεγάλης ενέργειας, μεγάλης ευφυϊας και μεγάλης ανδρείας. Και θα γεννηθεί σε μία πόλη που ονομάζεται Sambhala μέσα σε μια ευνοημένη οικογένεια Βραχμάνων...Και θα είναι ο βασιλεύς των βασιλέων, και πάντα νικηφόρος με τη δύναμη της αρετής. Και θα αποκαταστήσει την τάξη σε αυτόν τον συσωρευμένο με πλάσματα κόσμο που βρίσκεται σε αντίφαση με την πορεία του. Και αυτός ο αστραποφόρος Brahmana πανίσχυρης διάνοιας, έχοντας εμφανιστεί, θα καταστρέψει όλα τα πράγματα. Και θα είναι ο Καταστροφέας των πάντων, και θα εγκαινιάσει μια νέα Yuga. Και περιστοιχισμένος από τους Brahmanas, ο Brahmana αυτός θα εξολοθρεύσει όλους τους mlecchas όπου κι αν αυτά τα ρηχά και αξιοκαταθρήνητα άτομα αναζητήσουν καταφύγιο.
Mahabharata, Vana Parva, Markandeya-Samasya Parva



Τον καιρό που η εποχή της Kali Yuga θα πλησίαζει προς το τέλος της, τα σώματα όλων των πλασμάτων θα μειωθούν κατά πολύ σε μέγεθος και οι θρησκευτικές αρχές και οι ακόλουθοι του varnasrama θα καταστραφούν. Το μονοπάτι των Βεδων θα λησμονηθεί εντελώς στην ανθρώπινη κοινωνία και η αποκαλούμενη θρησκεία τις περισσότερες φορές θα είναι αθεϊστικη. Οι βασιλείς θα είναι συνήθως κλέφτες, οι ασχολίες των ανθρώπων θα είναι η κλεψιά, το ψέμα και η αναίτια βία, και όλες οι κοινωνικές τάξεις θα υποπέσουν στο χαμηλότερο επίπεδο των sudras......Αυτή την εποχή, η Υπέρτατη Προσωπικότητα Του Θείου θα εμφανιστεί στη γη. Ενεργώντας με τη δύναμη της αγνής πνευματικής αγαθότητος, θα διασώσει την παντοτινή θρησκεία.Ο Άρχων Βισνού, η Υπέρτατη Προσωπικότητα Του Θείου, ο πνευματικός κύριος όλων των κινούμενων και μη κινούμενων ζωντανών όντων, και η Υπέρτατη Ψυχή όλων, γεννιέται για να προστατέψει τις αρχές της θρησκείας και για να ανακουφίσει τους αφοσιωμένους άγιους Του από τις επιπτώσεις της υλικής εργασίας.Ο Άρχων Κάλκι θα εμφανιστεί στον οίκο του πιό διαπρεπή βραχμάνου του χωριού Sambhala, η μεγάλη ψυχή Visnuyasa.Ο 'Αρχων Κάλκι, ο Άρχων του σύμπαντος, θα καβαλήσει το ταχυ Του άλογο Devadatta, και με ξίφος στο χέρι, θα ταξιδέψει ολόγυρα στη γη εκθέτωντας τους οκτώ απόκρυφους θησαυρούς Του και τις οκτώ μοναδικές ιδιότητες του Θείου. Επιδεικνύοντας την απαράμιλη λαμπρότητα Του και εφορμόντας με μεγάλη ταχύτητα, θα σκοτωσει κατά εκατομμύρια αυτούς τους κλέφτες που τόλμησαν να ντυθούν ως βασιλείς....Όταν ο Υπέρτατος Άρχων θα έχει εμφανιστεί στη Γη ως Κάλκι, ο προασπιστής της θρησκείας, η Satya Yuga θα ξεκινήσει, και η ανθρώπινη κοινωνία θα φέρει τους απογόνους της στον τρόπο του καλού.
Srimad Bhagavatam



Τι είναι Όλον, αυτό είναι Όλον, ότι έχει βγεί από το όλον είναι επίσης όλον. Όταν το όλον αφαιρείται από το όλον, το όλον παραμένει ακόμη όλον.
Ramayana

Wednesday, 27 May 2009

Ο Ηγεμών

Ο Ηγεμόνας (Il Principe) είναι μια πολιτική πραγματεία του Φλωρεντινού αξιωματούχου και πολιτικού φιλοσόφου Νικολό Μακιαβέλι. Αρχικά ονομαζόταν De Principatibus (Περί Ηγεμονιών)· γράφτηκε το 1513 αλλά δεν δημοσιεύτηκε ως το 1532, πέντε χρόνια μετά το θάνατο του Μακιαβέλι. Η πραγματεία δεν είναι αντιπροσωπευτική του συνόλου του έργου και των θέσεων του Μακιαβέλι αλλά είναι η πλέον μνημονευόμενη και η αφορμή για την ευρύτερη χρήση του μειωτικού όρου "Μακιαβελικός".

Ακολουθούν μερικά κεφάλαια του βιβλίου.














Tuesday, 12 May 2009

God hates us all

Πάντως και τα δύο είναι ωραία τραγουδάκια.



Wednesday, 29 April 2009

Η Πτωματική Σύνοδος και η περίοδος της Πορνοκρατίας

του Αντωνίου Καμμά
Δρ. Ιατρικής
Αντιπροέδρου ΤΕΙ Αθήνας

Υπάρχουν στιγμές και περίοδοι στην ιστορία του Χριστιανισμού που όλοι θα ευχόμασταν να μην υπήρχαν. Η ιστορία όμως καταγράφει, αναλύει και εξηγεί τα γεγονότα και αφήνει σε όλους εμάς τους αναγνώστες της την κρίση και την κριτική γι’ αυτά. Καθήκον του ιστορικού είναι μόνον η αμερόληπτη εξιστόρηση των συμβάντων, χωρίς αφορισμούς, εμπάθεια και ιδεοληψίες, αλλά -στο μέτρο του δυνατού- αντικειμενικά, όσο και αν αυτό είναι δύσκολο, όταν αναφέρεται σε μία από τις μελανότερες περιόδους της εκκλησιαστικής ιστορίας της θρησκείας της αγάπης και του ελέους. (Σχόλιο Εχετλαίου: Χοχοχο!!!)

Με τον όρο «Πορνοκρατία» χαρακτηρίζεται, διεθνώς και επισήμως, μία σκοτεινή περίοδος της παπικής εκκλησίας που ξεκινά το 904 μ.Χ. με την άνοδο στον παπικό θρόνο του πάπα Σέργιου Γ' (Serge III) και τελειώνει το 963 μ.Χ. με την καθαίρεση του πάπα Ιωάννη ΙΒ' (Jean XII).

Το χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν ο ασφυκτικός εναγκαλισμός της Αγίας Έδρας από τη μεγάλη και ισχυρή οικογένεια του Θεοφύλακτου (Thèophylacte), κόμη του Τούσκουλου και, κυρίως, των γυναικών της οικογένειάς του, της συζύγου του Θεοδώρας (Thèodora l’ Ancienne) και των δύο θυγατέρων τους, της Θεοδώρας της Νεώτερης (Thèodora la Jeune) και της Μαροζίας (Marozie de Tusculum) οι οποίες, μέσα από συνωμοσίες και ερωτικές μεθοδεύσεις (εξ ου και ο όρος πορνοκρατία), καθαιρούσαν και αναγόρευαν προκαθημένους της Ρωμαϊκής εκκλησίας.

Αν και επίσημα η μαύρη αυτή περίοδος ξεκινά από το 904 μ.Χ., οι προϋποθέσεις της ξεκινούν περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα, όταν το 882 μ.Χ. πέθανε ο πάπας Ιωάννης Η' (Jean VIII) την εποχή που διαλυόταν το κράτος των Καρολιδών και οι μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες της Ρώμης επιχειρούσαν τον έλεγχο της Αγίας Έδρας.

Στην Ιταλία ήταν διάχυτη η προτίμηση του λαού για επιλογή στο αξίωμα του αυτοκράτορα, του Αρνούλφου της Καρίνθιας (Arnulf de Carinthie), νόθου γιου του βασιλιά της Βαυαρίας και δούκα της Καρίνθιας, Καρόλου (Charles de Carinthie). Στη λαϊκή αυτή προτίμηση αντιτάχθηκε όμως η πανίσχυρη οικογένεια των Spoleti που υποχρέωσε το διάδοχο του πάπα Ιωάννη Η', Ετιέν Ε' (Etienne V), να στέψει αυτοκράτορα της Ιταλίας τον Γκυ του Σπολέτ (Guy de Spolète).

Τον Ετιέν Ε', μετά το θάνατό του, διαδέχθηκε ο πάπας Φορμόζο (Formose) ο οποίος, κάτω και πάλι από την ισχυρή πίεση των Σπολέτι, έστεψε αυτοκράτορα, μετά το θάνατο του Γκυ (894), τον γιο του Λαμπέρ (Lambert de Spolète). Όταν όμως, το 896 μ.Χ. πέθανε ο Λαμπέρ, ο Φορμόζο έκρινε ότι ήλθε η στιγμή να απαλλαγεί η Αγία Έδρα, από την κηδεμονία της Ιταλικής αριστοκρατίας και, αυθαίρετα, έστεψε αυτοκράτορα της Ιταλίας τον Αρνούλφο της Καρίνθιας.

Οι Σπολέτι, οργισμένοι, εγκατέλειψαν τη Ρώμη, σχεδιάζοντες την επάνοδό τους και την εκδίκηση εναντίον του Φορμόζο, τον οποίο θεωρούσαν προδότη της μεταξύ των συμφωνίας. Λίγο αργότερα (897) ο Φορμόζο πέθανε και τον διαδέχθηκε ο Βονιφάτιος ΣΤ' (Boniface VI), του οποίου όμως η πρωτοκαθεδρία κράτησε μόνο 15 ημέρες.

Οι Σπολέτι επανήλθαν στη Ρώμη και «αναγόρευσαν» πάπα της ρωμαϊκής εκκλησίας τον Ετιέν ΣΤ' (Etienne VI), πειθήνιο όργανό τους και ορκισμένο εχθρό του, νεκρού πια, Φορμόζο. Και τότε αποφασίσθηκε και υλοποιήθηκε από τους Σπολέτι και τον πάπα το πιο φρικιαστικό γεγονός στην ιστορία της χριστιανικής εκκλησίας: η δίκη του πτώματος του πάπα Φορμόζο από μία σύνοδο ιταλών καρδινάλιων υπό την προεδρία του πάπα Ετιέν ΣΤ'.

Η σύνοδος αυτή που συνήλθε το 897 στη Ρώμη, ξέθαψε το από εννεαμήνου ενταφιασμένο πτώμα του Φορμόζο, το έντυσε με τα παπικά ενδύματα, το κάθισε στον παπικό θρόνο και ανέθεσε σ’ έναν έντρομο διάκονο το ρόλο του συνηγόρου του πτώματος. Η μακάβρια αυτή παράσταση, που καταγράφηκε στην ιστορία με το όνομα «πτωματική σύνοδος» ("Synodus Horrenda" λατ. ή "Concile cadaverique" γαλ.), διήρκεσε πολλές ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο νεκρός Φορμόζο κατηγορήθηκε για άπειρα αδικήματα, όπως προδοσία, κατάλυση των εκκλησιαστικών κανόνων και άλλα.

Όπως ήταν φυσικό, κηρύχθηκε έκπτωτος του παπικού αξιώματος, ακυρώθηκαν όλες οι πράξεις (βούλες) που υπέγραψε ως προκαθήμενος της ρωμαϊκής εκκλησίας, του αφαιρέθηκαν τα παπικά διάσημα της στολής του και του απεκόπησαν τα τρία δάκτυλα του δεξιού χεριού του με τα οποία ευλογούσε -εν ζωή- το ποίμνιό του. Τέλος το ημιαποσυντεθημένο πλέον πτώμα του ρίχτηκε στο Τίβερι απ’ όπου, μέρες αργότερα, περισυνελέγη από κάποιους ψαράδες.

Η πτωματική σύνοδος αποτέλεσε το έναυσμα σειράς συγκρούσεων μεταξύ Φορμοζιανών και Σπολετιανών. Ο Ετιέν ΣΤ' συνελήφθη και στραγγαλίστηκε στο κελί της φυλακής του, τύχη που είχε αργότερα και ο πάπας Λέων Ε' (Leon V) που ανήκε στους Σπολετιανούς αλλά δολοφονήθηκε από τον αντιπάπα Χριστόφορο (Christophore), τον τελευταίο Φορμοζιανό που, και αυτός με τη σειρά του, ανατράπηκε (904) από τον Σέργιο Γ' (Serge III), πιστό τοποτηρητή των αριστοκρατικών οικογενειών της Ρώμης. Η περίοδος της πορνοκρατίας είχε πια ξεκινήσει.

Η Μαροζία (Marozie, Duchesse de Toscane, 892-937) ήταν κόρη του Θεοφύλακτου και της Θεοδώρας της Παλαιάς και αδελφή της Θεοδώρας της Νεώτερης. Σε ηλικία 13 ετών έγινε, με την προτροπή των γονέων της, ερωμένη του πάπα Σέργιου 3ου και απέκτησε από αυτόν ένα γιο, τον μετέπειτα πάπα Ιωάννη ΙΑ' (Jean XI) με τον οποίον, αργότερα, συνήψε και αιμομικτικές σχέσεις. Παντρεύτηκε, σε πρώτο γάμο τον Αλμπερίκ, δούκα του Σπολέτο (Albèric, duc de Spolète) με τον οποίο απέκτησε ένα γιο, τον Albèric II.

Κατηγόρησε τη μητέρα της ως ερωμένη του πάπα Ιωάννη Ι' (Jean X) και τους δύο εραστές σαν υπεύθυνους του θανάτου του συζύγου της. Με τη βοήθεια του αδελφού της Πέτρου συνέλαβε, φυλάκισε και, τελικά, δηλητηρίασε τον πάπα Ιωάννη Ι' για να επιτύχει, λίγα χρόνια αργότερα (931) την άνοδο στο παπικό αξίωμα του γιου της (από τον πάπα Σέργιο Γ') Ιωάννη ΙΑ' (Jean XI).

Οι δύο επόμενοι γάμοι της με τον Γκυ της Τοσκάνης (Guy de Toscane) και τον Ούγο της Άελ (Hugues d’ Arles) αύξησαν σημαντικά την εξουσία της όχι όμως και την επιρροή της στο γιο της Alberic II, ο οποίος το 932 εξεγέρθηκε εναντίον της και εναντίον του Hugues, τον εξεδίωξε από τη Ρώμη, ενώ έκλεισε στη φυλακή τη μητέρα του, η οποία και πέθανε φυλακισμένη, πέντε χρόνια αργότερα.

Αυτό ήταν και το άδοξο τέλος αυτής της φοβερής γυναίκας που δεν δίσταζε μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο προκειμένου να κρατά τα ηνία της εξουσίας και της οποίας η ζωή και η δράση σημάδεψαν τόσο αρνητικά την ιστορία του Χριστιανισμού.

Η επικράτηση του Albèric II και ο θάνατος της Μαροζίας κάθε άλλο παρά ηρέμησαν το πολιτικο-εκκλησιαστικό κλίμα στη Ρώμη. Ο νέος ισχυρός άνδρας της αριστοκρατίας αρχικά στήριξε τον ετεροθαλή αδελφό του (από την ίδια μητέρα) πάπα Ιωάννη ΙΑ', αργότερα όμως (935) ήλθε σε ρήξη μ’ αυτόν, τον συνέλαβε και τον έκλεισε στη φυλακή.

Ακολούθησε μία σειρά παπών - ανδρικέλων του Albèric II μέχρι τον Δεκέμβριο του 955 οπότε, ο αδίστακτος αυτός ηγέτης αποφάσισε να αναδείξει στο ύπατο ιερατικό αξίωμα της Ρωμαϊκής εκκλησίας τον ηλικίας μόλις 18 ετών νόθο γιο του Οκταβιανό (Ottaviano), τον οποίο είχε αναγορεύσει καρδινάλιο σε ηλικία 8 ετών. Ο νέος πάπας πήρε το όνομα Ιωάννης ΙΒ'.

Τα εννέα χρόνια της πρωτοκαθεδρίας του στη Ρωμαϊκή εκκλησία αποτέλεσαν την κορωνίδα και το επιστέγασμα αυτής της σκοτεινής περιόδου της μεσαιωνικής Ιστορίας. Χωρίς στοιχειώδη εκκλησιαστική παιδεία και αγνοώντας τελείως τη λατινική γλώσσα, ο νέος πάπας μετέτρεψε την αυλή του σ’ ένα τεράστιο οίκο ανοχής, όπου οι ερωτικές απολαύσεις και η τρυφηλή ζωή βρισκόντουσαν σε καθημερινή συνύπαρξη με φρικαλεότητες και ωμή βία εναντίον όποιου εκρίνετο ανεπιθύμητος σ’ αυτήν.

Το παλάτι του Lateran στέγαζε τα χωρίς φραγμό όργια της παπικής αυλής όπου οι συνδαιτυμόνες έπιναν εις υγείαν του Διαβόλου, τύφλωναν και ευνούχιζαν όσους τους κατέκριναν και σπαταλούσαν απλόχερα τους εκκλησιαστικούς θησαυρούς.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο Ιωάννης ΙΒ' δεν δίστασε να ανοίξει την πόρτα της εξουσίας στον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα Α' (Otto I), ο οποίος του εγγυήθηκε τα προνόμιά του, για να έλθει αργότερα σε ρήξη με αυτόν, να εκδιωχθεί από τη Ρώμη, να επανέλθει όμως αργότερα σ’ αυτήν επιδιώκοντας νέα σύμπραξη με τους Γερμανούς και τελικά να αφήσει την τελευταία του πνοή το 964, σε ηλικία μόλις 27 ετών, πιθανότατα κάτω από τα κτυπήματα ενός ζηλιάρη συζύγου μιας από τις ερωμένες του.

Με το θάνατο του Ιωάννη ΙΒ' έκλεισε ιστορικά η περίοδος της πορνοκρατίας όχι όμως και τα προβλήματα της ρωμαϊκής εκκλησίας, τα οποία συνεχίσθηκαν για ένα περίπου αιώνα ακόμα, μέχρι την ιστορική σύνοδο του Sutri, το 1046. Εκεί μπήκαν προσωρινά σε τάξη όλα τα ζητήματα, τα οποία επί ενάμιση αιώνα διέσυραν και εξευτέλισαν αξίες, αρχές και κάθε έννοια δικαίου και ηθικής.

Saturday, 11 April 2009

Οι αρχές του Πολέμου

Προτού ο Κλαούζεβιτς αφήσει την Πρωσία το 1812 για να καταταχθεί στον Ρωσικό στρατό που ετοιμαζόταν για τον πόλεμο εναντίον του Ναπολέοντα, ετοίμασε μια εργασία, ένα μικρό δοκίμιο σχετικό με τον πόλεμο, για να αφήσει στον δεκαεξάχρονο πρίγκηπα της Πρωσίας, Φρειδερίκο Γουλιέλμο (αργότερα βασιλιάς Φρειδερίκος Γουλιέλμος ο 4ος, μεταξύ 1840 – 1858), του οποίου είχε γίνει ο στρατιωτικός δάσκαλος το 1810. Αυτή η εργασία ονομάστηκε «Οι πιο σημαντικές αρχές της τέχνης του πολέμου, για να ολοκληρωθούν οι συμβουλές μου για την αυτού μεγαλειότητα, τον Πρίγκηπα» («Die wichtigsten Grundsätze des Kriegführens zur Ergänzung meines Unterrichts bei Sr. Königlichen Hoheit dem Kronprinzen»).

Αυτή η εργασία συνήθως αναφέρεται σαν «Οι αρχές του Πολέμου» και εξέθετε την ανάπτυξη της θεωρίας του Κλαούζεβιτς μέχρι εκείνο το σημείο, δοσμένη έτσι ώστε να είναι κατανοητή από τον νεαρό μαθητή του. Δυστυχώς, συχνά θεωρείται σαν μια περίληψη της ωριμότερης θεωρίας του Κλαούζεβιτς, ενώ σίγουρα δεν είναι – στην πραγματικότητα είναι μόνο ένας νεαρός πρόγονος του Περί Του Πολέμου, έργου του που γράφτηκε σχεδόν μια εικοσαετία αργότερα. Το θέμα των Αρχών είναι σε κυρίως θεωρητικό επίπεδο, ενώ πολλές ιδέες και προτάσεις που στο Περί Του Πολέμου είναι εξαιρετικά ανεπτυγμένες, εδώ απαντώνται σε εμβρυακή μορφή, ενώ άλλα σημαντικά κομμάτια είναι εντελώς απόντα. Αυτό συμβαίνει επειδή το γράψιμο των Αρχών δεν περιείχε τόσο την εμπειρία της ιστορίας μέσα του και βασίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου στις εμπειρίες του Φρειδερίκου του Μέγα και στους πολέμους με τον Ναπολέοντα πριν το 1812.

Παρ’ όλα αυτά, οι Αρχές είναι ενδιαφέρουσες με τον δικό τους τρόπο, και νομίζω πως μπορούν να γίνουν το κυρίως πιάτο για κάποιον, ώστε να περάσει στο μεγαλύτερο και κυρίως έργο του Κλαούζεβιτς.

THE MOST IMPORTANT PRINCIPLES FOR THE
CONDUCT OF WAR

These principles, though the result of long thought and continuous study of the history of war,
have nonetheless been drawn up hastily, and thus will not stand severe criticism in regard to
form. In addition, only the most important subjects have been picked from a great number, since
a certain brevity was necessary. These principles, therefore, will not so much give complete
instruction to Your Royal Highness, as they will stimulate and serve as a guide for your own
reflections.

CARL VON CLAUSEWITZ


I. PRINCIPLES FOR WAR IN GENERAL

1. The theory of warfare tries to discover how we may gain a preponderance of physical forces
and material advantages at the decisive point. As this is not always possible, theory also teaches
us to calculate moral factors: the likely mistakes of the enemy, the impression created by a
daring action, . . . yes, even our own desperation. None of these things lie outside the realm of
the theory and art of war, which is nothing but the result of reasonable reflection on all the
possible situations encountered during a war. We should think very frequently of the most
dangerous of these situations and familiarize ourselves with it. Only thus shall we reach heroic
decisions based on reason, which no critic can ever shake.
Any person who may present this matter differently to Your Royal Highness is a pedant, whose
views will only be harmful to you. In the decisive moments of your life, in the turmoil of battle,
you will some day feel that this view alone can help where help is needed most, and where a dry
pedantry of figures will forsake you.

2. Whether counting on physical or moral advantages, we should always try, in time of war, to
have the probability of victory on our side. But this is not always possible. Often we must act
AGAINST this probability, SHOULD THERE BE NOTHING BETTER TO DO. Were we to
despair here, we would abandon the use of reason just when it becomes most necessary, when
everything seems to be conspiring against us.
Therefore, even when the likelihood of success is against us, we must not think of our
undertaking as unreasonable or impossible; for it is always reasonable, if we do not know of
anything better to do, and if we make the best use of the few means at our disposal.
We must never lack calmness and firmness, which are so hard to preserve in time of war.
Without them the most brilliant qualities of mind are wasted. We must therefore familiarize
ourselves with the thought of an honorable defeat. We must always nourish this thought within
ourselves, and we must get completely used to it. Be convinced, Most Gracious Master, that
without this firm resolution no great results can be achieved in the most successful war, let alone
in the most unsuccessful.
Certainly this thought frequently occupied the mind of Frederick II during his first Silesian wars.
Because he was familiar with it he undertook his attack near Leuthen, on that memorable fifth of
December, and not because he believed that his oblique formation would very likely beat the
Austrians.

3. In any specific action, in any measure we may undertake, we always have the choice between
the most audacious and the most careful solution. Some people think that the theory of war
always advises the latter. That assumption is false. If the theory does advise anything, it is the
nature of war to advise the most decisive, that is, the most audacious. Theory leaves it to the
military leader, however, to act according to his own courage, according to his spirit of
enterprise, and his self-confidence. Make your choice, therefore, according to this inner force;
but never forget that no military leader has ever become great without audacity.

II. TACTICS OR THE THEORY OF COMBAT

War is a combination of many distinct engagements. Such a combination may or may not be
reasonable, and success depends very much on this. Yet the engagement itself is for the moment
more important. For only a combination of successful engagements can lead to good results. The
most important thing in war will always be the art of defeating our opponent in combat. To this
matter Your Royal Highness can never turn enough attention and thought. I think the following
principles the most important:

I. General Principles For Defense

1. To keep our troops covered as long as possible. Since we are always open to attack, except
when we ourselves are attacking, we must at every instant be on the defensive and thus should
place our forces as much under cover as possible.

2. Not to bring all our troops into combat immediately. With such action all wisdom in
conducting a battle disappears. It is only with troops left at our disposal that we can turn the tide
of battle.

3. To be little or not at all concerned about the extent of our front. This in itself is unimportant,
and an extension of the front limits the depth of our formation (that is, the number of units which
are lined up one behind the other). Troops which
are kept in the rear are always available. We can use them either to renew combat at the same
point, or to carry the fight to other neighboring points. This principle is a corollary of the
previous one.

4. The enemy, while attacking one section of the front, often seeks to outflank and envelop us at
the same time. The units which are kept in the background can meet this attempt and thus
make up for the support usually derived from ob- stacles in the terrain. They are better suited for
this than if they were standing in line and extending the front. For in this case the enemy could
easily outflank them. This principle again is a closer definition of the second.

5. If we have many troops to hold in reserve, only part of them should stand directly behind the
front. The rest we should put obliquely behind.
From this position they in turn can attack the flank of the enemy columns which are seeking to
envelop us.

6. A fundamental principle is never to remain completely passive, but to attack the enemy
frontally and from the flanks, even while he is attacking us. We should, therefore, defend
ourselves on a given front merely to induce the enemy to deploy his forces in an attack on this front. Then we in turn attack with those of our troops which we have kept back. The art of
entrenchment, as Your Royal Highness expressed so excellently at one time, shall serve the
defender not to defend himself more securely behind a rampart, but to attack the enemy more
successfully. This idea should be applied to any passive defense. Such defense is nothing more
than a means by which to attack the enemy most advantageously, in a terrain chosen in advance,
where we have drawn up our troops and have arranged things to our advantage.

7. This attack from a defensive position can take place the moment the enemy actually attacks, or
while he is still on the march. I can also, at the moment the attack is about to be delivered,
withdraw my troops, luring the enemy into unknown territory and attacking him from all sides.
The formation in depth--i.e., the formation in which only two-thirds or half or still less of the
army is drawn-up in front and the rest directly or obliquely behind and hidden, if possible--is
very suitable for all these moves. This type of formation is, therefore, of immense importance.

8. If, for example, I had two divisions, I would prefer to keep one in the rear. If I had three, I
would keep at least one in the rear, and if four probably two. If I had five, I should hold at least
two in reserve and in many cases even three, etc.

9. At those points where we remain passive we must make use of the art of fortification. This
should be done with many independent works, completely closed and with very strong profiles.

10. In our plan of battle we must set this great aim: the attack on a large enemy column and its
complete destruction. If our aim is low, while that of the enemy is high, we will naturally get the
worst of it. We are penny-wise and pound-foolish.

11. Having set a high goal in our plan of defense (the annihilation of an enemy column, etc.), we
must pursue this goal with the greatest energy and with the last ounce of our strength. In most
cases the aggressor will pursue his own aim at some other point. While we fall upon his right
wing, for example, he will try to win decisive advantages with his left. Consequently, if we
should slacken before the enemy does, if we should pursue our aim with less energy than he
does, he will gain his advantage completely, while we shall only half gain ours. He will thus
achieve preponderance of power; the victory will be his, and we shall have to give up even our
partly gained advantages. If Your Royal Highness will read with attention the history of the
battles of Ratisbon and Wagram, all this will seem true and important.
In both these battles the Emperor Napoleon attacked with his right wing and tried to hold out
with his left. The Archduke Charles did exactly the same. But, while the former acted with great
determination and energy, the latter was wavering and always stopped half-way. That is why the
advantages which Charles gained with the victorious part of his army were without consequence,
while those which Napoleon gained at the opposite end were decisive.

12. Let me sum up once more the last two principles. Their combination gives us a maxim which
should take first place among all causes of victory in the modern art of war: "Pursue one great
decisive aim with force and determination."

13. If we follow this and fail, the danger will be even greater, it is true. But to increase caution at
the expense of the final goal is no military art. It is the wrong kind of caution, which, as I have
said already in my "General Principles," is contrary to the nature of war. For great aims we must
dare great things. When we are engaged in a daring enterprise, the right caution consists in not
neglecting out of laziness, indolence, or carelessness those measures which help us to gain our
aim. Such was the case of Napoleon, who never pursued great aims in a timid or half-hearted
way out of caution.
If you remember, Most Gracious Master, the few defensive battles that have ever been won, you
will find that the best of them have been conducted in the spirit of the principles voiced here. For
it is the study of the history of war which has given us these principles.
At Minden, Duke Ferdinand suddenly appeared where the enemy did not expect him and took
the offensive, while at Tannhausen he defended himself passively behind earthworks. At Rossbach, Frederick II threw himself against the enemy at an unexpected point and an unexpected moment.
At Liegnitz, the Austrians found the King at night in a position very different from that in which
they had seen him the previous day. He fell with his whole army upon one enemy column and
defeated it before the others could start fighting.
At Hohenlinden, Moreau had five divisions in his front line and four directly behind and on his
flanks. He outflanked the enemy and fell upon his right wing before it could attack.
At Ratisbon, Marshal Davout defended himself passively, while Napoleon attacked the fifth and
sixth army-corps with his right wing and beat them completely.
Though the Austrians were the real defenders at Wagram, they did attack the emperor on the
second day with the greater part of their forces. Therefore Napoleon can also be considered a
defender. With his right wing he attacked, outflanked and defeated the Austrian left wing. At the
same time he paid little attention to his weak left wing (consisting of a single division), which
was resting on the Danube. Yet through strong reserves (i.e., formation in depth), he prevented
the victory of the Austrian right wing from having any influence on his own victory gained on
the Rossbach. He used these reserves to retake Aderklaa.
Not all the principles mentioned earlier are clearly contained in each of these battles, but all are
examples of active defense.
The mobility of the Prussian army under Frederick II was a means towards victory on which we
can no longer count, since the other armies are at least as mobile as we are. On the other hand,
outflanking was less common at that time and formation in depth, therefore, less imperative.

2. General Principles For Offense

1. We must select for our attack one point of the enemy's position (i.e., one section of his troops-
-a division, a corps) and attack it with great superiority, leaving the rest of his army in
uncertainty but keeping it occupied. This is the only way that we can use an equal or smaller
force to fight with advantage and thus with a chance of success. The weaker we are, the fewer
troops we should use to keep the enemy occupied at un- important points, in order to be as strong
as possible at the decisive point. Frederick II doubtlessly won the battle of Leuthen only because
he massed his small army together in one place and thus was very concentrated, as compared to
the enemy.

2. We should direct our main thrust against an enemy wing by attacking it from the front and
from the flank, or by turning it completely and attacking it from the rear. Only when we cut off
the enemy's line of retreat are we assured of great success in victory.

3. Even though we are strong, we should still direct our main attack against one point only. In
that way we shall gain more strength at this point. For to surround an army completely is
possible only in rare cases and requires tremendous physical or moral superiority. It is possible,
however, to cut off the enemy's line of retreat at one point of his flank and thereby already gain
great success.

4. Generally speaking, the chief aim is the certainty (high probability) of victory, that is, the
certainty of driving the enemy from the field of battle. The plan of battle must be directed
towards this end. For it is easy to change an indecisive victory into a decisive one through
energetic pursuit of the enemy.

5. Let us assume that the enemy has troops enough on one wing to make a front in all directions.
Our main force should try to attack the wing concentrically, so his troops find themselves
assailed from all sides. Under these circumstances his troops will get discouraged much more
quickly; they suffer more, get disordered--in short, we can hope to turn them to flight much more
easily.

6. This encirclement of the enemy necessitates a greater deployment of forces in the front line for
the aggressor than for the defender.
If the corps a b c should make a concentric attack on the section e of the enemy army, they
should, of course, be next to each other. But we should never have so many forces in the front
line that we have none in reserve. That would be a very great error which would lead to defeat,
should the enemy be in the least prepared for an encirclement.

If a b c are the corps which are to attack section e, the corps f and g must be held in reserve.
With this formation in depth we are able to harass the same point continuously. And in case our
troops should be beaten at the opposite end of the line, we do not need to give up immediately
our attack at this end, since we still have reserves with which

to oppose the enemy. The French did this in the battle of Wagram. Their left wing, which
opposed the Austrian right wing resting on the Danube, was extremely weak and was completely
defeated. Even their center at Aderklaa was not very strong and was forced by the Austrians to
retreat on the first day of battle. But all this did not matter because Napoleon had such depth on
his right wing, with which he attacked the Austrian left from the front and side. He advanced
against the Austrians at Aderklaa with a tremendous column of cavalry and horse-artillery and,
though he could not beat them, he at least was able to hold them there.

7. Just as on the defensive, we should choose as the object of our offensive that section of the
enemy's army whose defeat will give us decisive advantages.

8. As in defense, as long as any resources are left, we must not give up until our purpose has
been reached. Should the defender likewise be active, should he attack us at other points, we
shall be able to gain victory only if we surpass him in energy and boldness. On the other hand,
should he be passive, we really run no great danger.

9. Long and unbroken lines of troops should be avoided completely. They would lead only to
parallel attacks, which today are no longer feasible.
Each division makes its attack separately, though according to the directions of a higher
command and thus in agreement with each other. Yet one division (8,000 to 10,000 men) is
never formed into one single line, but into two, three, or even four. From this it follows that a
long unbroken line is no longer possible.

10. The concerted attacks of the divisions and army corps should not be obtained by trying to
direct them from a central point, so that they maintain contact and even align themselves on each
other, though they may be far apart or even separated by the enemy. This is a faulty method of
bringing about cooperation, open to a thousand mischances. Nothing great can be achieved with
it and we are certain to be thoroughly beaten by a strong opponent.
The true method consists in giving each commander of an army corps or a division the main
direction of his march, and in pointing out the enemy as the objective and victory as the goal.
Each commander of a column, therefore, has the order to attack the enemy wherever he may find
him and to do so with all his strength. He must not be made responsible for the success of his
attack, for that would lead to indecision. But he is responsible for seeing that his corps will take
part in battle with all its energy and with a spirit of self-sacrifice.

11. A well-organized, independent corps can withstand the best attack for some time (several
hours) and thus can not be annihilated in a moment. Thus, even if it engaged the enemy prematurely
and was defeated, its fight will not have been in vain. The enemy will unfold and
expend his strength against this one corps, offering the rest a good chance for an attack.
The way in which a corps should be organized for this purpose will be treated later.
We therefore assure the cooperation of all forces by giving each corps a certain amount of
independence, but seeing to it that each seeks out the enemy and attacks him with all possible
self- sacrifice.

12. One of the strongest weapons of offensive warfare is the surprise attack. The closer we come
to it, the more fortunate we shall be. The unexpected element which the defender creates through
secret preparations and through the concealed disposition of his troops, can be counterbalanced
on the part of the aggressor only by a surprise attack.
Such action, however, has been very rare in recent wars, partly because of the more advanced
precautionary measures, partly because of the rapid conduct of campaigns. There seldom arises a
long suspension of activities, which lulls one side into security and thus gives the other an
opportunity to attack unexpectedly.
Under these circumstances--except for nightly assaults which are always possible (as at
Hochkirch)--we can surprise our opponent only by marching to the side or to the rear and then
sud- denly advancing again. Or, should we be far from the enemy, we can through unusual
energy and activity arrive faster than he expects us.

13. The regular surprise attack (by night as at Hochkirch) is the best way to get the most out of a
very small army. But the aggressor, who is not as well acquainted with the terrain as the
defender, is open to many risks. The less well one knows the terrain and the preparations of the
enemy, the greater these risks become. In many instances, therefore, these attacks must be
considered only as desperate means.

14. This kind of attack demands simpler preparations and a greater concentration of our troops
than in the daytime.

3. Principles Governing the Use of Troops

1. If we cannot dispense with firearms (and if we could, why should we bring them along?), we
must use them to open combat. Cavalry must not be used before the enemy has suffered
considerably from our infantry and artillery. From this it follows:

(a) That we must place the cavalry behind the infantry. That we must not be easily led to use it in
opening combat. Only when the enemy's disorder or his rapid retreat offer the hope of success,
should we use our cavalry for an audacious attack.

2. Artillery fire is much more effective than that of infantry. A battery of eight six-pounders
takes up less than one-third of the front taken up by an infantry battalion; it has less than oneeighth
the men of a battalion, and yet its fire is two to three times as effective. On the other hand,
artillery has the disadvantage of being less mobile than infantry. This is true, on the whole, even
of the lightest horse-artillery, for it cannot, like infantry, be used in any kind of terrain. It is
necessary, therefore, to direct the artillery from the start against the most important points, since
it cannot, like infantry, concentrate against these points as the battle progresses. A large battery
of 20 to 30 pieces usually decides the battle for that section where it is placed.

3. From these and other apparent characteristics the following rules can be drawn for the use of
the different arms:

(a) We should begin combat with the larger part of our artillery. Only when we have large
masses of troops at our disposal should we keep horse and foot-artillery in reserve. We should
use artillery in great batteries massed against one point. Twenty to thirty pieces combined into
one battery defend the chief part of our line, or shell that part of the enemy position which we
plan to attack.

(b) After this we use light infantry--either marksmen, riflemen, or fusileers--being careful not to
put too many forces into play at the beginning. We try first to discover what lies ahead of us (for
we can seldom see that clearly in advance), and which way the battle is turning, etc.
If this firing line is sufficient to counteract the enemy's troops, and if there is no need to hurry,
we should do wrong to hasten the use of our remaining forces. We must try to exhaust the enemy
as much as possible with this preliminary skirmish.

(c) If the enemy should lead so many troops into combat that our firing line is about to fall back,
or if for some other reason we should no longer hesitate, we must draw up a full line of infantry.
This will deploy between 100 and 200 paces from the enemy and will fire or charge, as matters
may be.

(d) This is the main purpose of the infantry. If, at the same time, the battle-array is deep enough,
leaving us another line of infantry (arranged in columns) as reserve, we shall be sufficiently
master of the situation at this sector. This second line of infantry should, if possible, be used only
in columns to bring about a decision.

(e) The cavalry should be as close behind the fighting troops during battle as is possible without
great loss; that is, it should be out of the enemy's grape-shot or musket fire. On the other hand, it
should be close enough to take quick advantage of any favorable turn of battle.

4. In obeying these rules more or less closely, we should never lose sight of the following
principle, which I cannot stress enough:

Never bring all our forces into play haphazardly and at one time, thereby losing all means of
directing the battle; but fatigue the opponent, if possible, with few forces and conserve a decisive
mass for the critical moment. Once this decisive mass has been thrown in, it must be used with
the greatest audacity.

5. We should establish one battle-order (the arrangement of troops before and during combat) for
the whole campaign or the whole war. This order will serve in all cases when there is no time for
a special disposition of troops. It should, therefore, be calculated primarily for the defensive.
This battle-array will introduce a certain uniformity into the fighting-method of the army, which
will be useful and advantageous. For it is inevitable that a large part of the lower generals and
other officers at the head of small contingents have no special knowledge of tactics and perhaps
no outstanding aptitude for the conduct of war.
Thus there arises a certain methodism in warfare to take the place of art, wherever the latter is
absent. In my opinion this is to the highest degree the case in the French armies.

6. After what I have said about the use of weapons, this battle-order, applied to a brigade, would
be approximately as follows:

a-b is the line of light infantry, which opens combat and which in rough terrain serves to some
extent as an advanced guard. Then comes the artillery, c-d, to be set up at advantageous points.
As long as it is not set up, it remains behind the first line of infantry. e-f is the first line of
infantry (in this case four battalions) whose purpose is to form into line and to open fire, and g-h
are a few regiments of cavalry. i-k is the second line of infantry, which is held in reserve for the
decisive stage of the battle, and l-m is its cavalry. A strong corps would be drawn up according
to the same principles and in a similar manner. At the same time, it is not essential that the battle
array be exactly like this. It may differ slightly provided that the above principles are followed.
So, for instance, in ordinary battle-order the first line of cavalry g-h can remain with the second
line of cavalry, I-m. It is to be advanced only in particular cases, when this position should prove
to be too far back.

7. The army consists of several such independent corps, which have their own general and staff.
They are drawn up in line and behind each other, as described in the general rules for combat. It
should be observed at this point that, unless we are very weak in cavalry, we should create a
special cavalry reserve, which, of course, is kept in the rear. Its purpose is as follows:

(a) To fall upon the enemy when he is retreating from the field of battle and to attack the cavalry
which he uses to cover up his retreat. Should we defeat the enemy's cavalry at this moment, great
successes are inevitable, unless the enemy's infantry would perform miracles of bravery . Small
detachments of cavalry would not accomplish this purpose.

(b) To pursue the enemy more rapidly, if he should be retreating unbeaten or if he should
continue to retreat the day after a lost battle. Cavalry moves faster than infantry and has a more
demoralizing effect on the retreating troops. Next to victory, the act of pursuit is most important
in war.

(c) To execute a great (strategic) turning move, should we need, because of the detour, a branch
of the army which moves more rapidly than the infantry.
In order to make this corps more independent, we should attach a considerable mass of horse
artillery; for a combination of several types of arms can only give greater strength.

8. The battle-order of troops described thus far was intended for combat; it was the formation of
troops for battle.
The order of march is essentially as follows:

(a) Each independent corps (whether brigade or division) has its own advanced- and rear-guard
and forms its own column. That, however, does not prevent several corps from marching one
behind the other on the same road, and thus, as it were, forming a single column.
The corps march according to their position in the general formation of battle. They march
beside or behind each other, just as they would stand on the battle-field. In the corps themselves
the following order is invariably observed: the light infantry,
with the addition of one regiment of cavalry, forming the advanced and rear-guard, then the
infantry, the artillery, and last the remaining cavalry.
This order stands, whether we are moving against the enemy--in which case it is the natural
order-- or parallel with him. In the latter case we should assume that those troops which in the
battle formation were behind each other should march side by side. But when we have to draw
up the troops for battle, there will always be sufficient time to move the cavalry and the second
line of infantry either to the right or left.

4. Principles For The Use Of Terrain

1. The terrain (the ground or country) offers two advantages in warfare.

The first is that it presents obstacles to the enemy's approach. These either make his advance
impossible at a given point, or force him to march more slowly and to maintain his formation in
columns, etc.
The second advantage is that obstacles in the terrain enable us to place our troops under cover.
Although both advantages are very important, I think the second more important than the first. In
any event, it is certain that we profit from it more frequently, since in most cases even the
simplest terrain permits us to place ourselves more or less under cover. Formerly only the first of
these advantages was known and the second was rarely used. But today the greater mobility of
all armies has led us to use the former less frequently, and therefore the latter more frequently.
The first of these two advantages is useful for defense alone, the second for both offense and
defense.

2. The terrain as an obstacle to approach serves chiefly to support our flank, and to strengthen
our front.

3. To support our flank it must be absolutely impassable, such as a large river, a lake, an
impenetrable morass. These obstacles, however, are very rare, and a complete protection of our
flank is, therefore, hard to find. It is rarer today than ever before, since we do not stay in one
position very long, but move about a great deal. Consequently we need more positions in the
theater of war.
An obstacle to approach which is not wholly impassable is really no point d'appui for our flank,
but only a reinforcement. In that case troops must be drawn up behind it, and for them in turn it
becomes an obstacle to approach.
Yet it is always advantageous to secure our flank in this way, for then we shall need fewer troops
at this point. But we must beware of two things: first, of relying so completely on this protection
that we do not keep a strong reserve in the rear; second, of surrounding ourselves on both flanks
with such obstacles, for, since they do not protect us completely, they do not always prevent
fighting on our flanks. They are, therefore, highly detrimental to our defense, for they do not
permit us to engage easily in active defense on either wing. We shall be reduced to defense under
the most disadvantageous conditions, with both flanks, a d and c b, thrown back.

4. The observations just made furnish new arguments for the formation in depth. The less we can
find secure support for our flanks, the more corps we must have in the rear to envelop those
troops of the enemy which are surrounding us.

5. All kinds of terrain, which cannot be passed by troops marching in line, all villages, all
enclosures surrounded by hedges or ditches, marshy meadows, finally all mountains which are
crossed only with difficulty, constitute obstacles of this kind. We can pass them, but only slowly
and with effort. They increase, therefore, the power of resistance of troops drawn up behind
them. Forests are to be included only if they are thickly wooded and marshy. An ordinary timberforest
can be passed as easily as a plain. But we must not overlook the fact that a forest may hide
the enemy. If we conceal ourselves in it, this disadvantage affects both sides. But it is very
dangerous, and thus a grave mistake, to leave forests on our front or flank unoccupied, unless the
forest can be traversed only by a few paths. Barricades built as obstacles are of little help, since
they can easily be removed.

6. From all this it follows that we should use such obstacles on one flank to put up a relatively
strong resistance with few troops, while executing our planned offensive on the other flank. It is
very advantageous to combine the use of entrenchments with such natural obstacles, because
then, if the enemy should pass the obstacle, the fire from these entrenchments will protect our
weak troops against too great superiority and sudden rout.

7. When we are defending ourselves, any obstacle on our front is of great value.
Mountains are occupied only for this reason. For an elevated position seldom has any important
influence, often none at all, on the effectiveness of arms. But if we stand on a height, the enemy,
in order to approach us, must climb laboriously. He will advance but slowly, become separated,
and arrive with his forces exhausted. Given equal bravery and strength, these advantages may be
decisive. On no account should we overlook the moral effect of a rapid, running assault. lt
hardens the advancing soldier against danger, while the stationary soldier loses his presence of
mind. It is, therefore, always very advantageous to put our first line of infantry and artillery upon
a mountain.
Often the grade of the mountain is so steep, or its slope so undulating and uneven, that it cannot
be effectively swept by gun- fire. In that case we should not place our first line, but at the most
only our sharp-shooters, at the edge of the mountain. Our full line we should place in such a way
that the enemy is subject to its most effective fire the moment he reaches the top and reassembles
his forces.
All other obstacles to approach, such as small rivers, brooks, ravines, etc., serve to break the
enemy's front. He will have to re-form his lines after passing them and thus will be delayed.
These obstacles must, therefore, be placed under our most effective fire, which is grape-shot
(400 to 600 paces), if we have a great deal of artillery or musket-shot (150 to 200 paces), if we
have little artillery at this point.

8. It is, therefore, a basic law to place all obstacles to approach, which are to strengthen our front,
under our most effective fire. But it is important to notice that we must never completely limit
our resistance to this fire but must hold ready for a bayonet-charge an important part of our
troops (1/3 to 1/2) organized into columns. Should we be very weak, therefore, we must place
only our firing-line, composed of riflemen and artillery, close enough to keep the obstacle under
fire. The rest of our troops, organized into columns, we should keep 600 to 800 paces back, if
possible under cover.

9. Another method of using these obstacles to protect our front is to leave them a short distance
ahead. They are thus within the effective range of our cannon (1000 to 2000 paces) and we can
attack the enemy's columns from all sides, as they emerge. (Something like this was done by
Duke Ferdinand at Minden.4 In this way the obstacle contributes to our plan of active defense,
and this active defense, of which we spoke earlier, will be executed on our front.

10. Thus far we have considered the obstacles of the ground and country primarily as connected
lines related to extended positions. It is still necessary to say something about isolated points.
On the whole we can defend single, isolated points only by entrenchments or strong obstacles of
terrain. We shall not discuss the first here. The only obstacles of terrain which can be held by
themselves are:

(a) Isolated, steep heights.
Here entrenchments are likewise indispensable; for the enemy can always move against the
defender with a more or less extended front. And the latter will always end up by being taken
from the rear, since one is rarely strong enough to make front towards all sides.

(b) Defiles.
By this term we mean any narrow path, through which the enemy can advance only against one
point. Bridges, dams, and steep ravines belong here.
We should observe that these obstacles fall into two categories: either the aggressor can in no
way avoid them, as for example bridges across large rivers, in which case the defender can
boldly draw up his whole force so as to fire upon the point of crossing as effectively as possible.
Or we are not absolutely sure that the enemy can not turn the obstacle, as with bridges across
small streams and most mountain defiles. In that case it is necessary to reserve a considerable
part of our troops 1/3 to 1/2 for an attack in close order.

(c) Localities, villages, small towns, etc.
With very brave troops, who fight enthusiastically, houses offer a unique defense for few against
many. But, if we are not sure of the individual soldier, it is preferable to occupy the houses,
gardens, etc., only with sharp-shooters and the entrances to the village with cannons. The greater
part of our troops (1/2 to 3/4) we should keep in close columns and hidden in the locality or
behind it, so as to fall upon the enemy while he is invading.

11. These isolated posts serve in large operations partly as outposts, in which case they serve not
as absolute defense but only as a delay to the enemy, and partly to hold points which are
important for the combinations we have planned for our army. Also it is often necessary to hold
on to a remote point in order to gain time for the development of active measures of defense
which we may have planned. But, if a point is remote, it is ipso facto isolated.

12. Two more observations about isolated obstacles are necessary. The first is that we must keep
troops ready behind them to receive detachments that have been thrown back. The second is that
whoever includes such isolated obstacles in his defensive combinations should never count on
them too much, no matter how strong the obstacle may be. On the other hand, the military leader
to whom the defense of the obstacle has been entrusted must always try to hold out, even under
the most adverse circumstances. For this there is needed a spirit of determination and selfsacrifice,
which finds its source only in ambition and enthusiasm. We must, therefore, choose
men for this mission who are not lacking in these noble qualities.

13. Using terrain to cover the disposition and advance of troops needs no detailed exposition.
We should not occupy the crest of the mountain which we intend to defend (as has been done so
frequently in the past) but draw up behind it. We should not take our position in front of a forest,
but inside or behind it; the latter only if we are able to survey the forest or thicket. We should
keep our troops in columns, so as to find cover more easily. We must make use of villages, small
thickets, and rolling terrain to hide our troops. For our advance we should choose the most
intersected country, etc.
In cultivated country, which can be reconnoitered so easily, there is almost no region that can not
hide a large part of the defender's troops if they have made clever use of obstacles. To cover the
aggressor's advance is more difficult, since he must follow the roads.
It goes without saying that in using the terrain to hide our troops, we must never lose sight of the
goal and combinations we have set for ourselves. Above all things we should not break up our
battle-order completely, even though we may deviate slightly from it.

14. If we recapitulate what has been said about terrain, the following appears most important for
the defender, i.e., for the choice of positions:
(a) Support of one or both flanks.
(b) Open view on front and flanks.
(c) Obstacles to approach on the front.
(d) Masked disposition of troops. And finally
(e) Intersected country in the rear, to render pursuit more difficult in case of defeat. But no
defiles too near (as at Friedland), since they cause delay and confusion.

15. It would be pedantic to believe that all these advantages could be found in any position we
may take up during a war. Not all positions are of equal importance: the most important are those
in which we most likely may be attacked. It is here that we should try to have all these
advantages, while in others we only need part.

16. The two main points which the aggressor should consider in regard to the choice of terrain
are not to select too difficult a terrain for the attack, but on the other hand to advance, if possible,
through a terrain in which the enemy can least survey our force.

17. I close these observations with a principle which is of highest significance, and which must
be considered the keystone of the whole defensive theory:

NEVER TO DEPEND COMPLETELY ON THE STRENGTH OF THE TERRAIN AND
CONSEQUENTLY NEVER TO BE ENTICED INTO PASSIVE DEFENSE BY A STRONG
TERRAIN.


For if the terrain is really so strong that the aggressor cannot possibly expel us, he will turn it,
which is always possible, and thus render the strongest terrain useless. We shall be forced into
battle under very different circumstances, and in a completely different terrain, and we might as
well not have included the first terrain in our plans. But if the terrain is not so strong, and if an
attack within its confines is still possible, its advantages can never make up for the disadvantages
of passive defense. All obstacles are useful, therefore, only for partial defense, in order that we
may put up a relatively strong resistance with few troops and gain time for the offensive, through
which we try to win a real victory elsewhere.

III. STRATEGY
This term means the combination of individual engagements to attain the goal of the campaign or
war.
If we know how to fight and how to win, little more knowledge is needed. For it is easy to
combine fortunate results. It is merely a matter of experienced judgment and does not depend on
spe- cial knowledge, as does the direction of battle.
The few principles, therefore, which come up in this connection, and which depend primarily on
the condition of the respective states and armies, can in their essential parts be very briefly
summarized:

1. General Principles

I. Warfare has three main objects:

(a) To conquer and destroy the armed power of the enemy;

(b) To take possession of his material and other sources of strength, and

(c) To gain public opinion.

2. To accomplish the first purpose, we should always direct our principal operation against the
main body of the enemy army or at least against an important portion of his forces. For only after
defeating these can we pursue the other two objects successfully.

3. In order to seize the enemy's material forces we should direct our operations against the places
where most of these resources are concentrated: principal cities, storehouses, and large
fortresses. On the way to these objectives we shall encounter the enemy's main force or at least a
considerable part of it.

4. Public opinion is won through great victories and the occupation of the enemy's capital.

5. The first and most important rule to observe in order to accomplish these purposes, is to use
our entire forces with the utmost energy. Any moderation shown would leave us short of our
aim. Even with everything in our favor, we should be unwise not to make the greatest effort in
order to make the result perfectly certain. For such effort can never produce negative results.
Suppose the country suffers greatly from this, no lasting dis- advantage will arise; for the greater
the effort, the sooner the suffering will cease.
The moral impression created by these actions is of infinite importance. They make everyone
confident of success, which is the best means for suddenly raising the nation's morale.

6. The second rule is to concentrate our power as much as possible against that section where the
chief blows are to be delivered and to incur disadvantages elsewhere, so that our chances of
success may increase at the decisive point. This will compensate for all other disadvantages.

7. The third rule is never to waste time. Unless important advantages are to be gained from
hesitation, it is necessary to set to work at once. By this speed a hundred enemy measures are
nipped in the bud, and public opinion is won most rapidly.
Surprise plays a much greater role in strategy than in tactics. It is the most important element of
victory. Napoleon, Frederick II, Gustavus Adolphus, Caesar, Hannibal, and Alexander owe the
brightest rays of their fame to their swiftness.

8. Finally, the fourth rule is to follow up our successes with the utmost energy. Only pursuit of
the beaten enemy gives the fruits of victory.

9. The first of these rules serves as a basis for the other three. If we have observed it, we can be
as daring as possible with the last three, and yet not risk our all. For it provides us with the means
of constantly creating new forces in our rear, and with fresh forces any misfortune can be
remedied.

Therein lies the caution which deserves to be called wise, and not in taking each step forward
with timidity.

10. Small states cannot wage wars of conquest in our times. But in defensive warfare even the
means of small states are infinitely great. I am, therefore, firmly convinced that if we spare no
effort to reappear again and again with new masses of troops, if we use all possible means of
preparation and keep our forces concentrated at the main point, and if we, thus prepared, pursue
a great aim with determination and energy, we have done all that can be done on a large scale for
the strategic direction of the war. And unless we are very unfortunate in battle we are bound to
be victorious to the same extent that our opponent lags behind in effort and energy.

11. In observing these principles little depends on the form in which the operations are carried
out. I shall try, nevertheless, to make clear in a few words the most important aspects of this
question.
In tactics we always seek to envelop that part of the enemy against which we direct our main
attack. We do this partly because our forces are more effective in a concentric than in a parallel
attack, and further because we can only thus cut off the enemy from his line of retreat.
But if we apply this to the whole theater of war (and consequently to the enemy's lines of
communication), the individual columns and armies, which are to envelop the enemy, are in
most cases too far away from each other to participate in one and the same engagement. The
opponent will find himself in the middle and will be able to turn against the corps one by one and
defeat them all with a single army. Frederick II's campaigns may serve as examples, especially
those of 1757 and 1758.
The individual engagement, therefore, remains the principal decisive event. Consequently, if we
attack concentrically without having decisive superiority, we shall lose in battle all the
advantages, which we expected from our enveloping attack on the enemy. For an attack on the
lines of communication takes effect only very slowly, while victory on the field of battle bears
fruit immediately.
In strategy, therefore, the side that is surrounded by the enemy is better off than the side which
surrounds its opponent, especially with equal or even weaker forces.
Colonel Jomini was right in this, and if Mr. von Bülow has demonstrated the opposite with so
much semblance of truth, it is only because he attributed too great an importance to the interruption
of provisions and carelessly and completely denied the inevitable success of battle.
To cut the enemy's line of retreat, however, strategic envelopment or a turning movement is very
effective. But we can achieve this, if necessary, through tactical envelopment. A strategic move
is, therefore, advisable only if we are so superior (physically and morally) that we shall be strong
enough at the principal point to dispense with the detached corps.
The Emperor Napoleon never engaged in strategic envelopment, although he was often, indeed
almost always, both physically and morally superior.

Frederick II used it only once, in 1757, in his invasion of Bohemia. To be sure, the result was
that the Austrians could not give battle until Prague, and what good was the conquest of
Bohemia as far as Prague without a decisive victory? The battle of Kolin forced him to give up
all this territory again, which proves that battles decide everything. At the same time he was
obviously in danger at Prague of being attacked by the whole Austrian force, before Schwerin
arrived. He would not have run this risk had he passed through Saxony with all his forces. In that
case the first battle would have been fought perhaps near Budin, on the Eger, and it would have
been as decisive as that of Prague. The dislocation of the Prussian army during the winter in
Silesia and Saxony undoubtedly caused this concentric maneuver. It is important to notice that
circumstances of this kind are generally more influential than the advantages to be gained by the
form of attack. For facility of operations increases their speed, and the friction inherent in the
tremendous war-machine of an armed power is so great in itself that it should not be increased
unnecessarily.

12. Moreover, the principle of concentrating our forces as much as possible on the main point
diverts us from the idea of strategic envelopment and the deployment of our forces follows
automatically. I was right, therefore, in saying that the form of this deployment is of little
consequence. There is, however, one case in which a strategic move against the enemy's flank
will lead to great successes similar to those of a battle: if in a poor country the enemy has
accumulated with great effort stores of supplies, on whose preservation his operations absolutely
depend. In this case it may be advisable not to march our main forces against those of the enemy,
but to attack his base of supply. For this, however, two conditions are essential:

(a) The enemy must be so far from his base that our threat will force him into a considerable
retreat, and

(b) We must be able to obstruct his advance in the direction followed by his principal force with
only a few troops (thanks to natural and artificial obstacles), so that he cannot make conquests
somewhere else which will compensate for the loss of his base.

13. The provisioning of troops is a necessary condition of warfare and thus has great influence
on the operations, especially since it permits only a limited concentration of troops and since it
helps to determine the theater of war through the choice of a line of operations.

14. The provisioning of troops is carried on, if a region possibly permits it, through requisitions
at the expense of the region.
In the modern method of war armies take up considerably more territory than before. The
creation of distinct, independent corps has made this possible, without putting ourselves at a
disadvantage before an adversary who follows the old method of concentration at a single point
(with from 70,000 to 100,000 men). For an independent corps, organized as they now are, can
withstand for some time an enemy two or three times its superior. Then the others will arrive
and, even if the first corps has already been beaten, it has not fought in vain, as we have had
occasion to remark.

Today, therefore, the divisions and corps move into battle independently, marching side by side
or behind each other and only close enough to take part in the same battle, if they belong to the
same army.
This makes possible immediate provisioning without storehouses. The very organization of the
corps with their General Staff and their Commissariat facilitates this.

5. If there are no MORE decisive motives (as for example the location of the enemy's main
army), we choose the most fertile provinces for our operations; for facility of provisioning
increases the speed of our actions. Only the situation of the enemy's main force which we are
seeking out, only the location of his capital and the place of arms which we wish to conquer are
more important than provisioning. All other considerations, such as the advantageous disposition
of our forces, of which we have already spoken, are as a rule much less important.

16. In spite of these new methods of provisioning, it is quite impossible to do without any depots
whatever. Therefore, even when the resources of the region are quite sufficient, a wise military
leader does not fail to establish depots in his rear for unexpected emergencies and in order to be
able to concentrate his forces at certain points. This precaution is of the sort which are not taken
at the expense of the final goal.

2. Defensive

1. Politically speaking defensive war is a war which we wage for our independence. Strategically
it is the kind of campaign in which we limit ourselves to fighting the enemy in a theater of war
which we have prepared for this purpose. Whether the battles which we wage in this theater of
war are offensive or defensive, makes no difference.

2. We adopt a strategic defensive mainly when the enemy is superior. Fortresses and entrenched
camps, which constitute the chief preparations for a theater of war, afford, of course, great
advantages, to which may be added the knowledge of the terrain and the possession of good
maps. A smaller army, or an army which is based on a smaller state and more limited resources,
will be better able to withstand the enemy WITH these advantages than without them.
In addition there are the following two reasons which can lead us to choose a defensive war.
First, when the regions surrounding the theater of war render operations extremely difficult
because of lack of provisions. In this case we avoid a disadvantage which the enemy is forced to
un- dergo. This is the case now (1812) with the Russian army.
Second, when the enemy is superior in warfare. In a theater of war which we have prepared,
which we know, and in which all minor conditions are in our favor, war is easier to conduct, and
we com- mit fewer mistakes. When lack of trust in our troops and generals forces us to wage
defensive war, we often like to combine tactical with strategic defensive. In that case we fight
battles in prepared positions because we are thus again exposed to fewer mistakes.

3. In defensive just as in offensive warfare, it is necessary to pursue a great aim: the destruction
of the enemy army, either by battle or by rendering its subsistence extremely difficult. Thus we
shall disorganize it and force it into a retreat, during which it will necessarily suffer great losses.
Wellington's campaign in 1810 and 1811 is a good example.
Defensive warfare, therefore, does not consist of waiting idly for things to happen. We must wait
only if it brings us visible and decisive advantages. That calm before the storm, when the
aggressor is gathering new forces for a great blow, is most dangerous for the defender.
If the Austrians after the battle of Aspern had increased their forces threefold, as they might have
and as the Emperor Napoleon did, then and only then would they have made good use of the lull
which lasted until the battle of Wagram. This they did not do, and consequently the time was
lost. It would have been wiser to profit from Napoleon's disadvantageous position, and to gather
the fruits of the battle of Aspern.

4. The purpose of fortifications is to keep a considerable part of the enemy's army occupied as
siege troops, to give us an opportunity to defeat the rest of his army. Consequently, it is best to
fight our battles behind our fortifications and not in front of them. But we must not stand by idly,
while they are being conquered, as Bennigsen did during the siege of Danzig.

5. Large rivers, across which it is difficult to throw a bridge (such as the Danube below Vienna
and the Lower Rhine), offer a natural line of defense. But we should not distribute our forces
evenly along the river bank in order to prevent any crossing whatsoever. That would be most
dangerous. On the contrary, we should watch the river and fall upon the enemy from all sides the
minute he crosses, while he has not yet reassembled his forces and is still restricted to a narrow
space on the river bank. The battle of Aspern offers a good illustration. At Wagram the Austrians
had yielded to the French too much territory without the slightest necessity, so that the
disadvantages inherent in a river crossing had disappeared.

6. Mountains are the second obstacle which offers a good line of defense. There are two ways of
using them. The first is to leave them in front of us, occupying them only with light troops and
considering them, so to speak, a river which the enemy will have to cross. As soon as his
separated columns emerge from the passes, we fall upon one of them with all our force. The
second is to occupy the mountains ourselves. In that case we must defend each pass with just a
small corps and keep an important part of the army (1/3-1/2) in reserve, in order to attack with
superior forces one of the enemy columns that succeed in breaking through. We must not divide
up this large reserve to prevent completely the penetration of any enemy columns, but must plan
from the outset to fall only upon those columns which we suppose to be the strongest. If we thus
defeat an important part of the attacking army, any other columns which have succeeded in
breaking through will withdraw of their own accord.
In the midst of most mountain formations we find more or less elevated plains (plateaus) whose
slopes are cut by ravines serving as means of access. Mountains, therefore, offer the defender a
region in which he can move rapidly to the right or left, while the columns of the aggressor
remain separated by steep, inaccessible ridges. Only mountains of this kind are well adapted for
defensive warfare. If, on the other hand, their whole interior is rough and inaccessible, leaving
the defender dispersed and divided, their defense by the bulk of the army is a dangerous
undertaking. For under these circumstances all advantages are on the side of the aggressor, who
can attack certain points with great superiority, and no pass, no isolated point is so strong that it
cannot be taken within a day by superior forces

7. In regard to mountain warfare in general, we should observe that everything depends on the
skill of our subordinate officers and still more on the morale of our soldiers. Here it is not a
question of skillful maneuvering, but of warlike spirit and whole- hearted devotion to the cause;
for each man is left more or less to act independently. That is why national militias are especially
suited for mountain warfare. While they lack the ability to maneuver, they possess the other
qualities to the highest degree.

8. Finally, it should be observed that the strategic defensive, though it is stronger than the
offensive, should serve only to win the first important successes. If these are won and peace does
not follow immediately, we can gain further successes only through the offensive. For if we
remain continually on the defensive, we run the great risk of always waging war at our own
expense. This no state can endure indefinitely. If it submits to the blows of its adversary without
ever striking back, it will very likely become exhausted and succumb. We must begin, therefore,
using the defensive, so as to end more successfully by the offensive.

3. Offensive

1. The strategic offensive pursues the aim of the war directly, aiming straight at the destruction
of the enemy's forces, while the strategic defensive seeks to reach this purpose indirectly. The
principles of the offensive are therefore already contained in the "General Principles" of strategy.
Only two points need be mentioned more fully.

2. The first is constant replacement of troops and arms. This is easier for the defender, because of
the proximity of his sources of supply. The aggressor, although he controls in most cases a larger
state, must usually gather his forces from a distance and therefore with great difficulty. Lest he
find himself short of effectives, he must organize the recruiting of troops and the transport of
arms a long time before they are needed. The roads of our lines of operation must be covered
constantly with transports of soldiers and supplies. We must establish military stations along
these roads to hasten this rapid transport.

3. Even under the most favorable circumstances and with greatest moral and physical superiority,
the aggressor should foresee a possibility of great disaster. He therefore must organize on his
lines of operation strong points to which he can retreat with a defeated army. Such are fortresses
with fortified camps or simply fortified camps.
Large rivers offer the best means of halting the pursuing enemy for a while. We must therefore
secure our crossing by means of bridgeheads, surrounded by a number of strong redoubts.
We must leave behind us a number of troops for the occupation of these strong points as well as
the occupation of the most important cities and fortresses. Their number depends on how much
we have to be afraid of invasions or of the attitude of the inhabitants. These troops, together with
reinforcements, form new corps, which, in case of success, follow the advancing army, but in
case of misfortune, occupy the fortified points in order to secure our retreat.
Napoleon always took great care with these measures for the protection of the rear of his army,
and therefore, in his most audacious operations, risked less than was usually apparent.

IV. APPLICATION OF THESE PRINCIPLES IN TIME OF WAR
The principles of the art of war are in themselves extremely simple and quite within the reach of
sound common sense. Even though they require more special knowledge in tactics than in
strategy, this knowledge is of such small scope, that it does not compare with any other subject
in extent and variety. Extensive knowledge and deep learning are by no means necessary, nor are
extraordinary intellectual faculties. If, in addition to experienced judgment, a special mental
quality IS required, it would be, after all that has been said cunning or shrewdness. For a long
time the contrary has been maintained, either because of false veneration for the subject or
because of the vanity of the authors who have written about it. Unprejudiced reflection should
convince us of this, and experience only makes this conviction stronger. As recently as the
Revolutionary War we find many men who proved themselves able military leaders, yes, even
military leaders of the first order, without having had any military education. In the case of
Condé, Wallenstein, Suvorov, and a multitude of others it is very doubtful whether or not
they had the advantage of such education.

The conduct of war itself is without doubt very difficult. But the difficulty is not that erudition
and great genius are necessary to understand the basic principles of warfare. These principles are
within the reach of any well-organized mind, which is unprejudiced and not entirely unfamiliar
with the subject. Even the application of these principles on maps or on paper presents no
difficulty, and to have devised a good plan of operations is no great masterpiece. The great
difficulty is this:

TO REMAIN FAITHFUL THROUGHOUT TO THE PRINCIPLES WE HAVE LAID DOWN
FOR OURSELVES.

To call attention to this difficulty is the purpose of these closing remarks, and to give Your Royal
Highness a clear idea of it I consider the most important object of this essay.
The conduct of war resembles the workings of an intricate machine with tremendous friction, so
that combinations which are easily planned on paper can be executed only with great effort.
The free will and the mind of the military commander, therefore, find themselves constantly
hampered, and one needs a remarkable strength of mind and soul to overcome this resistance.
Many good ideas have perished because of this friction, and we must carry out more simply and
moderately what under a more complicated form would have given greater results.
It may be impossible to enumerate exhaustively the causes of this friction; but the main ones are
as follows:

1. Generally we are not nearly as well acquainted with the position and measures of the enemy as
we assume in our plan of operations. The minute we begin carrying out our decision, a thousand
doubts arise about the dangers which might develop if we have been seriously mistaken in our
plan. A feeling of uneasiness, which often takes hold of a person about to perform something
great, will take possession of us, and from this uneasiness to indecision, and from there to half
measures are small, scarcely discernible steps.

2. Not only are we uncertain about the strength of the enemy, but in addition rumor (i.e., all the
news which we obtain from outposts, through spies, or by accident) exaggerates his size. The
majority of people are timid by nature, and that is why they constantly exaggerate danger. All
influences on the military leader, therefore, combine to give him a false impression of his
opponent's strength, and from this arises a new source of in- decision.
We cannot take this uncertainty too seriously, and it is important to be prepared for it from the
beginning.
After we have thought out everything carefully in advance and have sought and found without
prejudice the most plausible plan, we must not be ready to abandon it at the slightest
provocation. On the contrary, we must be prepared to submit the reports which reach us to
careful criticism, we must compare them with each other, and send out for more. In this way
false reports are very often disproved immediately, and the first reports confirmed. In both cases
we gain certainty and can make our decision accordingly. Should this certainty be lacking, we
must tell ourselves that nothing is accomplished in warfare without daring; that the nature of war
certainly does not let us see at all times where we are going; that what is probable will always be
probable though at the moment it may not seem so; and finally, that we cannot be readily ruined
by a single error, if we have made reasonable preparations.

3. Our uncertainty about the situation at a given moment is not limited to the conditions of the
enemy only but of our own army as well. The latter can rarely be kept together to the extent that
we are able to survey all its parts at any moment, and if we are inclined to uneasiness, new
doubts will arise. We shall want to wait, and a delay of our whole plan will be the inevitable
result.
We must, therefore, be confident that the general measures we have adopted will produce the
results we expect. Most important in this connection is the trust which we must have in our
lieutenants. Consequently, it is important to choose men on whom we can rely and to put aside
all other considerations. If we have made appropriate preparations, taking into account all
possible misfortunes, so that we shall not be lost immediately if they occur, we must boldly
advance into the shadows of uncertainty.

4. If we wage war with all our strength, our subordinate commanders and even our troops
(especially if they are not used to warfare) will frequently encounter difficulties which they
declare insurmountable. They find the march too long, the fatigue too great, the provisions
impossible. If we lend our ear to all these DIFFICULTIES, as Frederick II called them, we shall
soon succumb completely, and instead of acting with force and determination, we shall be
reduced to weakness and inactivity.
To resist all this we must have faith in our own insight and convictions. At the time this often has
the appearance of stubbornness. but in reality it is that strength of mind and character which is
called firmness.

5. The results on which we count in warfare are never as precise as is imagined by someone who
has not carefully observed a war and become used to it.
Very often we miscalculate the march of a column by several hours, without being able to tell the
cause of the delay. Often we encounter obstacles which were impossible to foresee. Often we
intend to reach a certain place with our army and fall short of it by several hours. Often a small
outpost which we have set up achieves much less than we expected, while an enemy outpost
achieves much more. Often the resources of a region do not amount to as much as we expected,
etc.
We can triumph over such obstacles only with very great exertion, and to accomplish this the
leader must show a severity bordering on cruelty. Only when he knows that everything possible
is always being done, can he be sure that these small difficulties will not have a great influence
on his operations. Only then can he be sure that he will not fall too far short of the aim which he
could have reached.

6. We may be sure that an army will never be in the condition supposed by someone following
its operations from an armchair. If he is sympathetic to the army he will imagine it from a third
to a half stronger and better than it really is. It is quite natural that the military commander will
make the same mistake in planning his first operations. Consequently, he will see his army melt
away as he never thought it would, and his cavalry and artillery become useless. What appeared
possible and easy to the observer and to the commander at the opening of a campaign is often
difficult and even impossible to carry out. If the military leader is filled with high ambition and if
he pursues his aims with audacity and strength of will, he will reach them in spite of all
obstacles; while an ordinary person would have found in the condition of his army a sufficient
excuse for giving in.
Masséna proved at Genoa and in Portugal the influence of a strong-willed leader over his troops.
At Genoa, the limitless exertion to which his strength of will, not to say his harshness, forced
people, was crowned with success. In Portugal he at least retreated later than anyone else would
have.
Most of the time the enemy army is in the same position. For example, Wallenstein and Gustavus
Adolphus at Nuremberg, and Napoleon and Bennigsen after the battle of Eylau. But
while we do not see the condition of the enemy, our own is right before our eyes. The latter,
therefore, makes a greater impression on ordinary people than the first, since sensuous
impressions are stronger for such people than the language of reason.

7. The provisioning of troops, no matter how it is done, whether through storehouses or
requisitions, always presents such difficulty that it must have a decisive influence on the choice
of operations. It is often contrary to the most effective combination, and forces us to search for
provisions when we would like to pursue victory and brilliant success. This is the main cause for
the unwieldiness of the whole war machine which keeps the results so far beneath the flight of
our great plans.
A general, who with tyrannical authority demands of his troops the most extreme exertions and
the greatest privations, and an army which in the course of long wars has become hardened to
such sacrifices will have a tremendous advantage over their adversaries and will reach their aim
much faster in spite of all obstacles. With equally good plans, what a difference of result!

8. We cannot stress the following too much:
Visual impressions gained during actual combat are more vivid than those gained beforehand by
mature reflection. But they give us only the outward appearance of things, which, as we know,
rarely corresponds to their essence. We therefore run the risk of sacrificing mature reflection for
first impression.
The natural timidity of humans, which sees only one side to everything, makes this first
impression incline toward fear and exaggerated caution.
Therefore we must fortify ourselves against this impression and have blind faith in the results of
our own earlier reflections, in order to strengthen ourselves against the weakening impressions of
the moment.
These difficulties, therefore, demand confidence and firmness of conviction. That is why the
study of military history is so important, for it makes us see things as they are and as they function.
The principles which we can learn from theoretical instruction are only suited to facilitate
this study and to call our attention to the most important elements in the history of war.
Your Royal Highness, therefore, must become acquainted with these principles in order to check
them against the history of war, to see whether they are in agreement with it and to discover
where they are corrected or even contradicted by the course of events.
In addition, only the study of military history is capable of giving those who have no experience
of their own a clear impression of what I have just called the friction of the whole machine.
Of course, we must not be satisfied with its main conclusions, and still less with the reasoning of
historians, but we must penetrate as deeply as possible into the details. For the aim of historians
rarely is to present the absolute truth. Usually they wish to embellish the deeds of their army or
to demonstrate the concordance of events with their imaginary rules. They invent history instead
of writing it. We need not study much history for the purpose we propose. The detailed
knowledge of a few individual engagements is more useful than the general knowledge of a great
many campaigns. It is therefore more useful to read detailed accounts and diaries than regular
works of history. An example of such an account, which cannot be surpassed, is the description
of the defense of Menin in 1794, in the memoirs of General von Scharnhorst. This narrative,
especially the part which tells of the sortie and break through the enemy lines, gives Your Royal
Highness an example of how to write military history.
No battle in history has convinced me as much as this one that we must not despair of success in
war until the last moment. It proves that the influence of good principles, which never manifests
itself as often as we expect, can suddenly reappear, even under the most unfortunate
circumstances, and when we have already given up hope of their influence.
A powerful emotion must stimulate the great ability of a military leader, whether it be ambition
as in Caesar, hatred of the enemy as in Hannibal, or the pride in a glorious defeat, as in Frederick
the Great.
Open your heart to such emotion. Be audacious and cunning in your plans, firm and persevering
in their execution, determined to find a glorious end, and fate will crown your youthful brow
with a shining glory, which is the ornament of princes, and engrave your image in the hearts of
your last descendants.

Sunday, 29 March 2009

Η πάπισσα Ιωάννα

Το πρώτο κεφάλαιο εκ των τεσσάρων, του βιβλίου του Εμμανουήλ Ροϊδη.

«Il y a bien de la difference entre rire de la religion, et rire de ceux
qui la profanent par leurs opinions extravagantes».

(Pascal, lettre XI)

Aπό του μέσου άρχονται συνήθως οι επικοί ποιηταί• ταυτό
ποιούσι και οι μυθιστοριογράφοι, όσοι τας δεκατόμους τύχας των
Πόρθων και Αραμίδων παραγγέλουσιν υπομισθίω εφημερίδι να
ονομάση, αριστοτελική αδεία[1], εποποιίας• έπειτα ο ήρως, όταν εύρη
ευκαιρίαν, εντός σπηλαίου ή ανακτόρου, επί ευώδους χλόης ή μαλακής
κλίνης διηγείται τα προηγούμενα τη ερωμένη, επεί ευνής και φιλότητος εξ
έρον έντο.

Ούτω θέλει ο Λατίνος Οράτιος εν τη Ποιητική• τούτο συνιστώσ ι
και οι βιβλιοπώλαι, οσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ορίζοντες εις τον
συγγραφέα το μήκος, το πλάτος και την ύλην αυτού ως του ενδύματος
εις τον ράπτην. Τοιαύτη τέλος είναι η κοινή μέθοδος• αλλ’ εγώ προτιμώ
ν’ αρχίσω από την αρχήν• ο δε αγαπών την κλασικήν αταξίαν δύναται ν’
αναγνώση πρώτον τας τελευταίας του βιβλίου μου σελίδας και έπειτα τας
πρώτας, μετασχηματίζων ούτω εις επικόν μυθιστόρημα την απέριττον
και φιλαλήθη διήγησίν μου.

Ο μέγας Βύρων έλαβε την υπομονήν ν’ ακούση τας φλυαρίας
των γραιών της Σεβίλλης, ίνα μάθη αν η μήτηρ του ήρωός του Δον
Ζουάν έλεγε λατινιστί το Πάτερ ημών, αν ήξευρεν Εβραϊκά και εφόρει
λινούν υποκάμισον και γαλανάς κνημίδας. Επιθυμών καγώ να είπω τω
αναγνώστη τουλάχιστον πώς ωνομάζετο της ηρωίδος μου ο γεννήτωρ,
ανεδίφησα τους εις μέγα φύλλον λήρους των μεσαιωνίων Ηροδότων•
αλλ’ ούτος είναι εκεί πολυώνυμος και ποκιλώνυμος, ως ο Ζευς παρά τοις
ποιηταίς και ο Διάβολος παρά τοις Ινδοίς. Δαπανών έτη τινά εις
παραβολάς χειρογράφων ηδυνάμην ίσως να μάθω, αν ο γεννήσας την
Ιωάνναν ωνομάζετο Βιλλιβάλδος ή Βαλλαφρείδος• αλλ’ αμφιβάλλω αν το
κοινόν ήθελε με ανταμείψει διά τον τοιούτον κόπον μου. Ακολουθών
λοιπόν το παράδειγμα των σημερινών λογίων, οίτινες φοβούνται μήπως,
αν έχανον καιρόν αναγινώσκοντες, ήθελον γράψει ολιγώτερα και ούτω
ζημιώσει τους τε συγχρόνους και τους μετά ταύτα, εξακολουθώ ή μάλλον
άρχομαι της ιστορίας μου.

Ο ανώνυμος λοιπόν πατήρ της ηρωίδος μου ήτο Άγγλος
μοναχός• εκ τίνος δε επαρχίας δεν ηδυνήθην να μάθω, μη ούσης ακόμη
διηρημένης της Βρεταννίας εις κομιτάτα προς ευκολίαν των
εισπρακτόρων. Κατήγετο δε εκ των Ελλήνων εκείνων αποστόλων,
οίτινες εφύτευσαν τον πρώτον σταυρόν εις την χλοεράν Ιρλανδίαν, και
υπήρξε μαθητής του Εριγενούς Σκώτου, όστις πρώτος εφεύρε τον
τρόπον του κατασκευάζειν αρχαία χειρόγραφα, δι’ ων ηπάτησε τους τότε
λογίους, ως ο Σιμωνίδης τους Βερολινείους. Ταύτα μόνα διέσωσεν ημίν
η ιστορία περί του πατρός της Ιωάννας. Η δε μήτηρ αυτής εκαλείτο
Γιούθα, ήτο ξανθή και έβοσκε τας χήνας Σάξωνος βαρόνου. Ούτος
καταβάς την παραμονήν συμποσίου, ίνα εκλέξη την παχυτέραν, ωρέχθη
και της ποιμενίδος, ην από του ορνιθώνος μετέφερεν εις τον κοιτώνα.
Βαρυνθείς αυτήν μετ’ ολίγον την έδωκεν εις τον οινοχόον, ο οινοχόος εις
τον μάγειρον και ούτος εις τον χυτροκόρον, όστις ευλαβής ων αντήλλαξε
την νεάνιδα μετά του μοναχού, λαβών αντ’ αυτής οδόντα του αγίου
Γουτλάκου, του ζήσαντος και οσίως τελευτήσαντος εντός λάκκου τινός
της Μερκίας. Ούτω εξέπεσεν η Γιούθα από της κλίνης δεσπότου εις τας
αγκάλας καλογήρου, ως και σήμερον εν Αγγλία οι υψηλοί πίλοι από των
κροτάφων διπλωμάτου εις την κεφαλήν επαίτου• καθότι εις τον
ευνομούμενον εκείνον τόπον πολλοί μεν αποθνήσκουσι της πείνης,
πολλοί δε προσβάλλουσι την αιδώ δι’ έλλειψιν υποκαμίσου, αλλά πάντες
γερουσιασταί και νεκροθάπται, κόμητες και ψωμοζήται φορούσι πίλον
υψηλόν, όστις θεωρείται εκεί ως το παλλάδιον της συνταγματικής
ισότητος.

Το συνοικέσιον υπήρξεν ευτυχές. Την μεν ημέραν περιήρχετο ο
μοναχός τους πέριξ πύργους, πωλών ευχάς και κομβολόγια, το δε
εσπέρας επέστρεφεν εις το κελλίον έχων τας χείρας υγράς απ ό τα
φιλήματα των πιστών και την πήραν πλήρη άρτου, κρεάτων,
πλακούντων και καρύων• γεώμηλα δε δεν υπήρχον ακόμη εν Αγγλία,
αλλ’ εισήχθησαν βραδύτερον μετά του συντάγματος προς χρήσιν του
ελευθέρου λαού, ότε επελθούσης της ισότητος, έπαυσαν οι υπηρέται να
τρώγωσι καλά κρέατα εις την αυτήν τράπεζαν μετά του αυθέντου.
Η Γιούθα άμα ήκουε μακρόθεν εις την πεδιάδα το άσμα του
επιστρέφοντος συζύγου, έστρωνε την τράπεζαν• έθετε δηλ. επί
απελεκήτων σανίδων ξύλινον πινάκιον κοινόν αμφοτέροις, σιδηράν
περόνην, κέρας βουβάλου ως ποτήριον και ξηρούς κλάδους εις την
εστίαν, ίνα φωτίζη το δείπνον• τα δε χειρόμακτρα, αι φιάλαι και τα κηρία
ήσαν τότε εις μόνους τους επισκόπους γνωστά. Μετά το δείπνον
ήπλωνον οι νεόνυμφοι προβειάς επί σωρού ξηρών φύλλων, επί των
προβειών ηπλούντο εκείνοι και επ’ αυτών δασύμαλλον δέρμα λύκου.
Όσω δριμύτερος εφύσα έξω ο βορράς, όσω πυκνοτέρα κατέπιπτεν η
χιών, τόσω σφιγκτότερα ενηγκαλίζετο το όλβιον εκείνο ζεύγος,
αποδεικνύον ούτω πόσω ηπατάτο ο Άγ. Αντώνιος, ισχυριζόμενος ότι το
κρύος ψυχραίνει τον έρωτα, και οι αρχαίοι Έλληνες, οι παριστώντες τον
χειμώνα ως γέροντα μισογύνην.

Τοιαύτας διήγον οι γονείς της Ιωάννας χρυσάς ημέρας
χλεροίσιν ιαινόμενοι μελέεσιν[2], ότε πρωίαν τινά, ενώ ο μοναχός
απετίνασσεν εκ των βλεφάρων τον ύπνον και εκ της μαύρης γενειάδος
ξανθάς τινας τρίχας της γυναικός του, δύο Αγγλοσάξωνες τοξόται γυμνοί
τας κνήμας και τους πόδας, μικράς φέροντες ασπίδας και βελοπληθείς
επί των ώμων φαρέτρας, ενεφανίσθησαν προ της εισόδου της καλύβης,
προσκαλούντες τον οικοδεσπότην εν ονόματι του Επτάρχου Εκβέρτου ν’
ακολουθήση αυτούς, λαμβάνων τα προς μακράν πορείαν αναγκαία
εφόδια. Έντρομος ο καλόγηρος αναρτήσας το δισάκκιον εις τους ώμους,
λαβών την γυναίκα διά της δεξιάς, την βακτηρίαν διά της αριστεράς και
το ευχολόγιον υπό μάλης ηκολούθησε τους σκυθρωπούς οδηγούς.
Τρεις ημέρας και δύο νύκτας οδοιπορήσαντες διά φαλακρών
ορέων και ερεικοφύτων κοιλάδων και πολλούς συναντήσαντες καθ’ οδόν
ιερωμένους, υπό την επιτήρησιν τοξοτών έφθασαν την τετάρτην εις την
παραθαλάσσιον πολίχνην Γαριάνορον[3]. Μέγα πλήθος λαού ήτο επί της
προκυμαίας συνηθροισμένον, επί θρόνου χλοερού ίστατο ο επίσκοπος
Εβοράκου[4] Βόλσιος ευλογών τους πιστούς και ογκώδες σαξωνικόν
πλοιάριον εσαλεύετο εν τω λιμένι, ανυπόμονον ν’ αναπετάση το
τετράγωνον ιστίον εις την απόγαιον αύραν. Ότε επλησίασαν οι
πανταχόθεν της Αγγλίας στρατολογηθέντες μοναχοί, εξήκοντα τον
αριθμόν, ο ευσεβής Βόλσιος εναγκαλισθείς αυτούς ανά ένα και
εγχειρίσας εκάστω δύο δηνάρια[5], «Πορεύεσθε, είπε, και διδάσκετε
πάντα τα έθνη».

Από της αγκάλης του επισκόπου μετέβησαν παραχρήμα οι
ιεροκήρυκες εις τας σανίδας της κοίλης νηός και μετ’ ου πολύ έσχισαν τα
θολά κύματα του γερμανικού πελάγους, αγνοούντες προς ποίας έπλεον
όχθας εις αναζήτησιν μαρτυρικού στεφάνου ή λιπαρού μοναστηρίου.
Αλλ’ ενώ ποντοπορούσιν ούτοι υπό την σκέπην του Σταυρού, θέλομεν
ημείς πληροφορήσει τον αναγνώστην τί παθών ο επίσκοπος Βόλσιος
παρέδιδεν εις το παλίμβολον των κυμάτων τους φωστήρας της αγγλικής
Εκκλησίας. Αλλά προς τούτο αποχαιρετώντες την νήσον των Βρεταννών
ας μεταβώμεν εις την χώραν των Φράγκων.

Ο μέγας Κάρολος, αφού περιέδραμε την Ευρώπην θερίζων
δάφνας και κεφαλάς διά της μακράς του σπάθης, αφού έπνιξεν,
ετύφλωσεν ή εστρέβλωσε τα τρία τέταρτα των Σαξώνων, αποκτήσας
ούτω την υποταγήν και το σέβας των επιζώντων, ανεπαύετο τέλος επί
των τροπαίων του εις Ακυίσγρανον, πόλιν περίφημον διά τα άγια
λείψανα και τας βελόνας. Τα πάντα εβάδιζον κατ’ ευχήν εν τη απεράντω
αυτοκρατορία• ο σοφός Αλκουίνος έλουεν εις το ύδωρ του βαπτίσματος
τους ρυπαρούς του Καρόλου υπηκόους, έκοπτε τα κόκκινά των γένεια
και τα μακρά ονύχια και ανοίγων αυτοίς της ανεξαντλήτου σοφίας του
τον θησαυρόν έτριβε του ενός τα χείλη διά του μέλιτος του ιερού λόγου,
έτρεφεν άλλον με της γραμματικής τας ρίζας και τρίτον εδίδασκεν ότι των
χηνών τα πτερά, διά των οποίων καθίστα ταχύτερα τα βέλη, ήσαν και
προς γραφήν επιτήδεια.

Ο δ’ ευτυχής αυτοκράτωρ διήνυεν αφρόντιδας ημέρας, μετρών
τα ωά των ορνίθων του, τακτοποιών τα ωρολόγια και τα κράτη του,
παίζων μετά των θυγατέρων του και του ελέφαντος, ον έλαβε δώρον
παρά του καλίφου Αρούν, καταδικάζων εις μικρόν πρόστιμον τους
φονείς και ληστάς και απαγχονίζων εις τα δένδρα του κήπου του όσοι
των υπηκόων έτρωγον κρέας την Παρασκευήν ή έπτυον μετά την
μετάληψιν.

Αλλ’ ενώ ο ευσεβής Κάρολος, όστις, καίτοι μη εξεύρων να
γράφη, εγνώριζεν όμως την κλασικήν αρχαιότητα, επανέλεγε καθ’
εκάστην: Haec mihi Deus otia fecit, οι Σάξωνες ανήγειρον πάλιν την
θρασείαν και ακτένιστον κεφαλήν των και βυθίζοντες την χείρα εις το
αίμα ουχί ταυρείων, αλλ’ ανθρωπίνων θυμάτων, ώμνυον εις τον
Tουίτονα, τον Ιρμινσούλ και Αρμίνιον ή ν’ αποσείσωσι τον καρόλειον
ζυγόν ή διά του αίματος αυτών να φυράσωσι του Άλυος και Βισούργιδος
τας όχθας. Ήλθεν, είδε και ενίκησε κατά το σύνηθες ο άμαχος
αυτοκράτωρ διά της λόγχης εκείνης, ην κατά τους Ευαγγελιστάς
εβύθισεν ο Ρωμαίος στρατιώτης εις του Σωτήρος την πλευράν, ο δε
αρχάγγελος Μιχαήλ εμφανισθείς καθ’ ύπνους τω Καρόλω εναπέθεσεν
επί της κλίνης του, ίνα κατά τους χρονογράφους ανταμείψη αυτόν, διότι
και από εψημένου και από ωμού κρέατος απέχων την Τεσσαρακοστήν
εκοιμάτο μόνος.

Μετά την νίκην, φοβούμενος ο άγιος αυτοκράτωρ μη
αναγκασθή και πάλιν υπό των αγριανθρώπων εκείνων να διακόψη τας
ευσεβείς αυτού ασχολίας, απεφάσισεν ή πάντας τους νικηθέντας να
εξολοθρεύση ή εκόντας άκοντας όλους να βαπτίση. Ουδείς ποτέ
ιεροκήρυξ κατώρθωσε πλείονας απίστους εν βραχεί χρόνω να
χριστιανίση• αλλ’ η ευγλωττία του Φράγκου κατακτητού ήτο
ακαταμάχητος. «Πίστευσον ή σε φονεύω», έλεγεν εις τον δεσμώτην
Σάξωνα, εις ου τα όμματα ήστραπτεν ως πειστικώτατον επιχ είρημα η
μάχαιρα του δημίου, και όλος εκείνος ο όχλος επήδα εις την
κολυμβήθραν ως αι νήσσαι εις τους λάκκους, αφού βρέξη.
Επειδή όμως, όσω παντοδύναμος και αν υποτεθή η πίστις,
απαιτείται ουχ ήττον να γνωρίζη οπωσούν και ο χριστιανός εις τι
πιστεύει, συνηθίζετο τότε εν Ευρώπη, ως σήμερον εν Οταΐτη και
Μαλαβάρη, να μανθάνωσιν οι νεοβάπτιστοι είδος τι κατηχήσεως, ην οι
δεκανείς του Καρόλου εδίδασκον τους Σάξωνας, τάσσοντες αυτούς κατά
σειράν ανά δέκα ως νεοσυλλέκτους και ραπίζοντες ανηλεώς, οσάκις
προσέκοπτον εις δυσπρόφερτον τινά λέξιν του «Πιστεύω». Ούτω
ελάμβανε δίκην ο Ιησούς παρά των ειδώλων δι’ όσα έπαθον υπ’ εκείνων
οι πρώτοι αυτού οπαδοί, ότε εκαίοντο επί Νέρωνος ή ωπτούντο επί
Διοκλητιανού, κ’ εντεύθεν των Γάλλων η παροιμία «Η εκδίκησις είναι η
ηδονή των θεών»[6].

Ενόσω μεν διήρκει ο πόλεμος, οι στρατιώται εξηκολούθουν
εκπληρούντες έργα ιερέων• αλλ’ αφού ησύχασαν τα πράγματα και
εξηντλήθησαν αι θεολογικαί γνώσεις των θωρακοφόρων εκείνων
ιεροκηρύκων, πάντες και προ πάντων ο αυτοκράτωρ ησθάνθησαν την
ανάγκην σοβαρωτέρων κατηχητών. Αλλά παρά τοις Φράγκοις καλόγηροι
μόνον υπήρχον τότε και δεινότεροι περί την ζυθοποιίαν ή την
δογματικήν, βαπτίζοντες τα βρέφη εις το όνομα της Πατρίδος, της
Θυγατρός και της Αγίας Πνοής, ισχυριζόμενοι ότι η Θεοτόκος συνέλαβεν
εκ του ωτός, προγευματίζοντες προ της μεταλήψεως και αναγκάζοντες
τον διάκονον να πίη το ύδωρ, δι’ ου έπλυνον τας χείρας μετά την
λειτουργίαν.

Εις τοιούτων διδασκάλων τας χείρας ουδ’ αυτούς τους Σάξωνας
ετόλμησεν ο Κάρολος να εμπιστευθή, φοβούμενος μη αναγκασθή μετ’
ολίγον να εκστρατεύση και πάλιν, ίνα νέα είδωλα κρημνίση, τα του
Βάκχου και του Μορφέως. Απορών περί του πρακτέου εσυμβουλεύθη
τον Αλκουίνον, εις ου τους χρησμούς κατέφευγον τότε οι Φράγκοι, ως οι
Έλληνες εις την Πυθίαν. Ο Αλκουίνος ήτο Άγγλος, η δε Αγγλία είχε τότε
το μονοπώλιον των θεολόγων, ως σήμερον των ατμομηχανών. Εκεί
λοιπόν εστάλη πλοίον, ίνα φορτωθή ιεροκήρυκας προς μύησιν των
Σαξώνων εις της πίστεως τα μυστήρια.

Η σωτήριος εκείνη κιβωτός της χριστιανοσύνης, εφ’ ης είδομεν
επιβάντα και της Ιωάννας τον πατέρα μετά της γυναικός, εφέρετο οκτώ
ημέρας επί των υδάτων, την δε ενάτην υπερβάσα το στόμιον του Ρήνου
προσωρμίσθη ενώπιον της πόλεως Νοβιομάγου, όπου κατά πρώτον
επάτησαν το γερμανικόν χώμα οι αγρευτήρες εκείνοι των ψυχών.
Εκείθεν άλλοι επί όνων, άλλοι διά λέμβων και άλλοι αποστολικώς
ανατρέξαντες εις τας πηγάς της Λίππης, έφθασαν τέλος κεκμηκότες και
πειναλέοι εις Παδέβορνον, όπου εσκήνου ο Κάρολος εν μέσω σταυρών
και ασπίδων. Η Σαξωνία διενεμήθη παραχρήμα υπό του νικητού εις τους
νεήλυδας καλογήρους, ων έκαστος έλαβεν εντολήν να κοσμήση διά του
Σταυρού πάσαν καλύβην επαρχίας τινός της κατακτηθείσης χώρας, της
δε Ιωάννας ο πατήρ διετάχθη να διευθυνθή προς νότον, ίνα κρημνίση το
εν Ερισβούργη είδωλον του Ιρμινσούλ, περί το οποίον συνήρχοντο οι
τότε επαναστάται, ως οι ημέτεροι εις τα Χαφτεία, προσφέροντες
ανθρωπίνους θυσίας και νέας καθ’ εκάστην χαλκεύοντες συνωμοσίας. Ο
ταλαίπωρος μοναχός, φορτώσας επί οναρίου την γυναίκα του και
τέσσαρας μαύρους σαξωνικούς άρτους, ήρξατο της νέας οδοιπορίας,
σύρων το ζώον εκ του χαλινού και μετά δακρύων ενθυμούμενος τας
αναπαύσεις της πατρώας καλύβης.

Οκτώ όλα έτη επλανήθη ο πατήρ της Ιωάννας υπό τα δένδρα
της Βεσταλίας, βαπτίζων, διδάσκων, εξομολογών και θάπτων.
Πολυπαθέστερος δε γενόμενος και αυτού του αποστόλου Παύλου
πολλάκις ερραβδίσθη, δεκάκις ελιθάσθη, πεντάκις ερρίφθη εις τον Ρήνον
και δις εις την Άλυν, τετράκις εκάη, τρις εκρεμάσθη και μεθ’ όλα ταύτα
επέζησε τη βοηθεία της Θεοτόκου. Τον δε υποπτευόμενον ότι απίθανα
λέγω, παραπέμπω εις της εποχής εκείνης τα συναξάρια, ίνα μάθη τίνι
τρόπω η ξανθή Παναγία υπεστήριζεν διά των λευκών αυτής χειρών τους
πόδας των πιστών της, οσάκις απηγχονίζοντο, έσβηνε τας φλόγας της.
πυράς διά ριπιδίου εκ πτερών Αγγέλου, οσάκις εκαίοντο, ή λύουσα την
κυανήν ζώνην έτεινεν αυτήν εις τους καταποντιζομένους, ως η Ινώ τω
Οδυσσεί τον πέπλον.

Τα τόσα παθήματα δεν ίσχυσαν να ψυχράνωσι τον ζήλον ή ν’
αλλοιώσωσι το φρόνημα του ακαμάτου αποστόλου• το σώμα όμως
αυτού κατήντησε βαθμηδόν αγνώριστον, αφού οι μεν Φρίσονες τω
αφήρεσαν τον δεξιόν οφθαλμόν, οι δε Λογγοβάρδοι έκοψαν τα ώτα του,
οι Θουρίγγιοι την ρίνα και οι ανήμεροι κάτοικοι του Ερκυνίου δάσους,
θέλοντες να εξολοθρεύσωσι των ιεροκηρύκων την γενεάν, εθυσίασαν
προ του βωμού του Τουίτονος τα δύο τέκνα του και έπειτα διά της αυτής
απανθρώπου μαχαίρας απέκοψαν αυτώ... πάσαν πατρότητος ελπίδα.
Η Γιούθα, ήτις και μετά την τελευταίαν ταύτην συμφοράν έμεινε
πιστή τω ηκρωτηριασμένω συζύγω, επειράτο παντοιοτρόπως ν’
ανακουφίση τας θλίψεις του. Οσάκις εξυπνών την νύκτα προσήλονεν εις
αυτήν μετά ματαίου πόθου τον ένα απομείναντα οφθαλμόν και έκλαιε την
στέρησιν των τέκνων του και των πρώην ηδονών, ησπάζετο αυτόν
λέγουσα, «Καθ’ ημέραν ανάπτω λαμπάδα προ της εικόνος» του Αγ.
Πατέρνου. Ίσως ο προστάτης ούτος της ευτεκνίας εφεύρη θαύμα τι, ίνα
απολαύσωμεν και πάλιν τέκνα».

Η ευχή αύτη της καλής Γιούθας επληρώθη μετ’ ου πολύ• ουχί
φευ! διά θαύματος του αγίου Πατέρνου, αλλ’ υπό δύο τοξοτών του
κόμητος της Ερφούρτης. Οι κακότροποι ούτοι συναντήσαντες αυτήν
παρά την όχθην της Φούλδας απλόνουσαν εις τον ήλιον τον χιτώνα του
ανδρός της, όστις μη έχων άλλον εκρύπτετο ως ο Οδυσσεύς υπό σωρόν
ξηρών φύλλων, περιμένων να ξηρανθή ο πλυθείς, ήπλωσαν κακείνην
επί της χλόης και διά της βίας τη υπενθύμισαν τον αληθή επί της γης
προορισμόν της γυναικός.

Αφού κορεσθέντες ανεχώρησαν οι στρατιώται, εξήλθε της
κρύπτης ο ατυχής καλόγηρος και ενδυθείς υγρόν ακόμη το υποκάμισον
απεμακρύνθη εκείθεν μετά της πεπονημένης γυναικός, καταρώμενος
τους Σάξωνας, οίτινες πλην του μαρτυρικού επέθεσαν και άλλον
στέφανον επί της φαλακράς κεφαλής του.

Εννέα μετά ταύτα μήνας, εν έτει 818, έτεκεν η Γιούθα εν
Ιγγελχείμη ή κατ’ άλλους εν Μογουντία, την μέλλουσαν ν’ αρπάση τας
ουρανίους κλείδας Ιωάνναν. Ο δε πατήρ αυτής ή μάλλον ο σύζυγος της
μητρός, ίνα συνηθίση άμα γεννηθείσα εις του πλάνητος βίου τας
κακουχίας, εβάπτισεν αυτήν εις το ψυχρόν ρεύμα της Μεΐνης, όπου__
εβύθιζον και οι αυτόχθονες τα ξίφη, ίνα σκληρότερα αυτά καταστήσωσι.
Πάντων των ηρώων την κοιτίδα κοσμούσι κατ’ έθος αρχαίον οι
βιογράφοι διά τεραστίων σημείων προαγγελλόντων τας μελλούσας
αρετάς. Ούτω νήπιος έτι ων έπνιξε τους δράκοντας ο Ηρακλής, ο δε
Κριεζώτης την άρκτον, αι μέλισσαι επεκάθισαν εις του Πινδάρου το
στόμα, ο Πασχάλης εφεύρε δεκαετής την γεωμετρίαν, ο ήρως του
Βύρωνος ακούων την λειτουργίαν εις της τροφού τας αγκάλας
απέστρεφε τους οφθαλμούς από των ερρυτιδωμένων αγίων, ίνα
προσηλώση αυτούς μετά κατανύξεως επί της Αγίας Μαγδαληνής, η δε
ημετέρα ηρωίς η μέλλουσα εις το εκκκλησιαστικόν στάδιον να διαπρέψη ,
ουδέποτε Tετάρτην ή Παρασκευήν ηθέλησε να βυζάξη, αλλ’ οσάκις
προσεφέρετο αυτή ο μαστός κατά νηστήσιμον ημέραν, απέστρεφε τους
οφθαλμούς μετά φρίκης.

Άγια λείψανα, σταυροί και κομβολόγια υπήρξαν τα πρώτα
αυτής αθύρματα. Πριν φυτρώσωσιν οι οδόντες, εγνώριζε το Πάτερ
ημών• αγγλιστί, ελληνιστί και λατινιστί, πριν δε αλλάξη αυτούς, εβοήθει
ήδη τον πατέρα εις το αποστολικόν έργον, κατηχούσα τας ομήλικας
Σαξωνίδας. Μόλις οκταετής ήτο, ότε απέθανεν η μήτηρ αυτής, η καλή
Γιούθα, και επί του τάφου της μακαρίτιδος απήγγειλεν επικήδειον λόγον,
αναβάσα επί των ώμων του νεκροθάπτου.

Αλλ’ ενώ ηύξανεν η Ιωάννα κατά το κάλλος και την σοφίαν, ο
πατήρ αυτής, καταβεβλημένος υπό των πόνων και της στερήσεως της
συντρόφου, ησθάνετο τας δυνάμεις καθ’ εκάστην ελαττουμένας. Μάτην
επεκαλείτο τον άγιον Γήνον, ίνα στερεώση το κλονούμενον βήμα του,
μάτην ανήπτε κηρία εις την Aγ. Λουκίαν, ίνα αποδώση εις τον οφθαλμόν
του την δύναμιν να διακρίνη τα γράμματα του ψαλτηρίου και μάτην
παρεκάλει τον άγιον Φόρτιον, ίνα ενισχύση την φωνήν του• αι δε χείρες
αυτού τόσον έτρεμον, ώστε ημέραν τινά προσφέρων το σώμα του
Σωτήρος εις την ηγουμένην του Μοναστηρίου Bιτερφείλδης, την ωραίαν
Γίσλαν, αντί να εισαγάγη αυτό εις το ροδόχρουν στόμα της παρθένου,
αφήκε να καταπέση εις τα λευκά στήθη της, άτινα η δούλη αύτη του
Θεού είχε πάντοτε γυμνά δι’ ιδιαιτέρας αδείας του πάπα Σεργίου. Το
σκάνδαλον υπήρξε μέγα• η μεταλαμβάνουσα ηρυθρίασεν, αι μοναχαί
εκάλυψαν διά των χειρών το πρόσωπον, οι δε αυτόχθονες ιερείς
ανέκραξαν Ιεροσυλία! Ιεροσυλία, επανέλαβον ως πιστή ηχώ αι
μονάζουσαι παρθένοι, και ως Βακχίδες ορμήσασαι κατά του δυστυχούς
γέροντος απέσπασαν τα ιερά κοσμήματα και κακώς έχοντα έρριψαν
αυτόν έξω του μοναστηρίου.

Επί δεκαπέντε ημέρας επλανάτο ο ατυχής απόστολος μετά της
Ιωάννας εις τα μεταξύ Φραγκφούρτης και Μογουντίας άξενα δάση,
διανυκτερεύων υπό το φύλλωμα των δένδρων και συντρώγων βαλάνους
μετά των χοίρων της Βεσταλίας. Αλλ’ η τροφή αύτη, ήτις τοσούτω παχείς
καθιστά τους συντρόφους τούτους του Αγίου Αντωνίου, κατέστησε μετ’
ου πολύ αυτόν τε και την θυγατέρα ισχνοτέρους των επτά σταχύων, ους
είδε κατ’ όναρ ο Φαραώ.

Μάτην επειράθη ο καλόγηρος ν’ ανανεώση το θαύμα του
συμπατριώτου αυτού Αγ. Πατρικίου, όστις δι’ επικλήσεως τινος
μετεμόρφωσε τους τρέχοντας εις τα όρη της Ιρλανδίας α γριοχοίρους εις
λιπαρά χοιρομήρια, και μάτην παρεκάλει τους ιπταμένους υπεράνω της
κεφαλής του αετούς, ίνα φέρωσιν αυτώ τροφήν ως εις τον Άγ. Στέφανον.
Η δε Ιωάννα ανύψονεν ενίοτε υγρά βλέμματα προς τον πατέρα,
κράζουσα «Πεινώ!». Εν αρχή μεν ο φιλόστοργος γονεύς ανατείνων τους
κατίσχνους βραχίονας εις ουρανόν απεκρίνετο, ως η Μήδεια «τας
φλέβας μου θέλω ανοίξει, ίνα διά του αίματός μου σε χορτάσω». Αλλά
βαθμηδόν τοσούτον εξήρανεν η πείνα τον λάρυγγα και την καρδίαν του,
ώστε εις τους θρήνους της θυγατρός απεκρίνετο λακωνικώς «Πήδα».
Η κίνησις λυχνίας ωδήγησε τον Γαλιλαίον εις την κατασκευήν
του ωρολογίου, ο δε πειναλέος μοναχός ωδηγήθη υπό λευκής άρκτου
εις ανεύρεσιν νέου πόρου ζωής. Ιδών μίαν των πολυμάλλων τούτων
θυγατέρων του πόλου ορχουμένην εν πανηγύρει και τον αυθέντην αυτής
αργυρολογούντα τους θεατάς, εσκέφθη να μεταχειρισθή την πρόωρον
σοφίαν της Ιωάννας, ως ο θηριοτρόφος την όρχησιν της άρκτου, ίνα
πορίζηται δι’ αυτής τον επιούσιον άρτιον και ζύθον. Δικαίως άρα
ισχυρίσθη ο σοφός Έρασμος, ότι πας φρόνιμος δύναται και παρ’ άρκτου
πολλά χρήσιμα να μάθη.

Ήρξατο λοιπόν να ετοιμάζη την θυγατέραν εις το νέον
επάγγελμα, στοιβάζων εις την δεκαετή της κορασίδος κεφαλήν τας
φλυαρίας, όσας οι τότε σοφοί ωνόμαζον Δογματικήν, Δαιμονολογίαν,
Σχολαστικήν ή άλλως πως και ενέγραφον επί μεμβράνης, αφ’ ης
απέξεον ομηρικούς στίχους ή επιγράμματα του Ιουβενάλη. Ότε δε
ενόμισεν αυτήν ικανώς προηλειμμένην εις τον καλόν τούτον αγώνα,
ήρχισε να περιέρχηται τους πύργους και τα μοναστήρια της παχυχλόου
Βεσταλίας. Εισερχόμενος προσεκύνει εδαφιαίως τον άρχοντα, ηυλόγει
την οικοδέσποιναν, έτεινε τας χείρας ή την ζώνην προς ασπασμόν τοις
υπηρέταις, είτα δε ετοποθέτει την Ιωάνναν επί τραπέζης και ήρχιζεν η
παράστασις• «Θύγατερ, ηρώτα αυτήν, τι είναι γλώσσα; – Η μάστιξ του
αέρος. – Τι είναι αήρ; – Το στοιχείον της ζωής – Τι είναι ζωή; – Ηδονή
τοις ευτυχούσι, βάσανον τοις πτωχοίς, θανάτου προσδοκία – Τι είναι
θάνατος; – Αποδημία εις αγνώστους όχθας. – Τι είναι όχθη; – Το όριον
της θαλάσσης – Τι είναι θάλασσα; – Η κατοικία των ιχθύων. – Τι είναι οι
ιχθύες; – Της τραπέζης αρτύματα. – Τι είναι άρτυμα; – Κατόρθωμα
μαγείρου.

Αφού εφ’ ικανήν ώραν εξηκολούθει η κατ’ ερωταπόκρισιν
επίδειξις γνώσεων παντοδαπών, περί τε την θεολογίαν και την
μαγειρικήν, προσεκάλει ο πατήρ τον πνευματικόν του φρουρίου ν’
αποτείνη εις την παιδίσκην δυσκόλους ερωτήσεις περί οιουδήποτε
κλάδου των ανθρωπίνων γνώσεων, η δε Ιωάννα ρίπτουσα το άγκιστρον
εις τον ωκεανόν της μνήμης της ανείλκε πάντοτε την κατάλληλον
απάντησιν, ην υπεστήριζε δι’ εδαφίου της Γραφής ή του Αγίου
Βονιφατίου.

Μετά το τέλος της συζητήσεως επήδα ελαφρώς από της
τραπέζης και λαμβάνουσα τας άκρας της ποδεάς της μεταξύ των
δακτύλων, επαρουσίαζεν αυτήν εν είδει δίσκου εις έκαστον των
παρεστώτων, επικαλουμένη διά γλυκερού μειδιάματος την
μεγαλοδωρίαν των. Οι μεν έρριπτον εντός αυτής χαλκούν νόμισμα, οι δε
αργυρούν, άλλοι ωά και έτεροι μήλα• όσοι δε δεν είχον τι να δώσωσιν
απέθετον φίλημα επί του μετώπου της ξανθής ιεροδιδασκάλου.
Ούτω έζησαν πέντε ακόμη έτη, τρώγωντες καθ’ ημέραν και
πολλάκις δις της ημέρας, και διανυκτερεύοντες ότε μεν υπό τα δρύινα
φατνώματα αρχοντικού πύργου, οτέ δε υπό την αχύρινον στέγην
δασοφύλακος ή κυνηγού. Οι χρόνοι και η ανάμνησις των παθημάτων
είχον μετριάσει οπωσούν τον ζήλον του αποστόλου, ώστε ουδένα
επεχείρει πλέον άκοντα να κατηχήση, ουδένα άνευ της συγκαταθέσεώς
του εβάπτιζε πλην μόνων των νεκρών, όσους ανεύρισκε την επιούσαν
μάχης παρά τας όχθας του Άλυος και του Ρήνου• καθότι κατά την τότε
επικρατούσαν γνώμην και εις νεκρούς απονεμόμενον το βάπτισμα
ήνοιγεν αυτοίς τας ουρανίους πύλας.

Μετά τοσαύτας περιπλανήσεις απεδήμησε τέλος πάντων ο
πολυπαθής γέρων εις τας αγνώστους εκείνας όχθας, αφ’ ων δεν
υπάρχει επιστροφή. Ο θάνατος κατέλαβεν αυτόν εις το κελλίον του
καλού ερημίτου Αρκούλφου, όστις εμόναζε παρά την όχθην του
Μαγάνου[7] πλέκων εγκώμια εις τους αγίους και καλάθια εις τους αλιείς. Η
Ιωάννα, αφού έκλεισε τον οφθαλμόν του πατρός της, έθαψεν αυτόν
βοηθουμένη υπό του ασκητού παρά το χείλος του ποταμού, υπό ιτέαν,
εις ης το στέλεχος ενεχάραξεν επιγραφήν ενθυμίζουσαν τας αρετάς του
μακαρίτου. Καταπεσούσα έπειτα η δύστηνος κόρη επί του χώματος
εκείνου, του κρύπτοντος τον μόνον αυτής επί της γης προστάτην,
ανέμιξεν ως η σύζυγος του Οθέλλου αλμυρά δάκρυα εις το κύμα, όπερ
έβρεχε τους πόδας της. Αφού δε προσέφερε την ευσεβή εκείνην
σπονδήν επί του πατρώου τάφου απέμαξε τέλος τους στειρεύσαντας
οφθαλμούς.

Η λύπη, ην αισθανόμεθα διά την στέρησιν φιλτάτου όντος,
ομοιάζει την εκρίζωσιν οδόντος• σφοδρός ο πόνος, αλλά στιγμιαίος.
Μόνοι οι ζώντες προξενούσιν ημίν διαρκείς λύπας. Τις ποτε έχυσε επί
του τάφου ερωμένης το ήμισυ, το εκατοστόν, το χιλιοστόν των δακρύων,
αφ’ όσα διά την κακίαν της έχυνε καθ’ ημέραν; Αφού λοιπόν απέκλαυσεν
η Ιωάννα, έκυψεν επί του ύδατος, ίνα δροσίση τους καίοντας
οφθαλμούς. Πρώτην τότε φοράν ενέβλεψε μετά προσοχής εις την εν τω
υδάτι εικόνα αυτής, του μόνου εις τον κόσμον πλάσματος, όπερ τη
απέμεινεν ν’ αγαπά.

Κύπτοντες και ημείς άνωθεν του ώμου της, ίδωμεν τι αντανάκλα
το ρευστόν εκείνο κάτοπτρον. Πρόσωπον δεκαεξαετές μήλου
στρογγυλώτερον, κόμην ξανθήν ως της Μαγδαληνής και ακτένιστον ως
της Μηδείας, χείλη ερυθρά ως πίλον καρδιναλίου, υποσχόμενα ηδονάς
ανεξαντλήτους και στήθη εύσαρκα ως πέρδικος, πάλλοντα έτι υπό της
συγκινήσεως. Τοιαύτην έβλεπεν εαυτήν εν τω ύδατι η Ιωάννα, τοιαύτην
είδον καγώ εν τω χειρογράφω της Κολωνίας την εικόνα της.
Η οπτασία εκείνη επράυνεν οπωσούν της ηρωίδος μου τον
πόνον, ήτις απλωθείσα επί της χλόης και στηρίξασα επί της χειρός την
κεφαλήν, ήρξατο να σκέπτηται πώς ήθελε μεταχειρισθή το κάλλος και
την σοφίαν της• αν ήθελεν ενδυθή ράσον ή αναζητήσει άλλον αντί του
πατρός προστάτην. Αφού εφ’ ικανήν ώραν ερέμβασεν έξυπνος,
νικηθείσα υπό του καύσωνος και βαυκαλωμένη υπό των τεττίγων,
απεκοιμήθη υπό την σκιάν των δένδρων, άτινα προεφύλαττον αυτήν
από τας ακτίνας του ηλίου και τα βλέμματα των περιέργων.
Αγνοώ αν είχεν αναγνώσει και τον Λουκιανόν η Ιωάννα, αλλ’
άμα έκλεισε τους οφθαλμούς, είδε κακείνη όνειρον ως του Σαμοσατέως.
Δύο γυναίκες εφάνησαν αυτή εξερχόμεναι του ύδατος. Η μεν τούτων είχε__
γυμνά τα στήθη, άνθη επί της κεφαλής και μειδίαμα επί των χειλέων, η
δε μαύρον ράσον, σταυρόν επί του στήθους και κατάνυξιν επί του
προσώπου. Αμφότεραι ήσαν ωραίαι, αλλά της μεν το κάλλος ενεθύμιζεν
ευθύμους εορτάς, ποτηρίων συγκρούσεις και χορευτών ποδοκρουσίαν,
της δε το υγρόν βλέμμα τας μυστηριώδεις των κοινοβίων απολαύσεις,
αθόρυβα συμπόσια και σιγαλά φιλήματα. Ταύτης μεν ήθελέ τις
επιθυμήση να εναγκαλισθή την οσφύν εις θορυβώθη αίθουσαν χορού,
υπό τα βλέμματα πλήθους θεατών και την λάμψιν μυρίων λαμπάδων,
εκείνης δε να λύση την ζώνην εντός σιωπηλού κελλίου εις το αμφίβολον
φως λυχνίας κρεμαμένης προ της εικόνος αγίου.

Ότε επλησίασαν, προτρέξασα η πρώτη, «Ιωάννα», είπε,
συμπλέκουσα θωπευτικώς τους δακτύλους εις τους ξανθούς της
ηρωίδος μας πλοκάμους, «σε είδον διστάζουσαν αν ήθελες προτιμήσει
του κόσμου τας απολαύσεις ή του μοναστηρίου την ησυχίαν και ευθύς
έδραμον, ίνα οδηγήσω το άπειρον βήμα σου εις της αληθούς
ευδαιμονίας την οδόν. Είμαι η Aγία Ίδα• ουδενός έμεινα άγευστος του
κόσμου των αγαθών• απήλαυσα δύο συζύγους, τρεις εραστάς και επτά
τέκνα, πολλάς εκένωσα φιάλας καλού παραρρηνίου οίνου, πολλάς
διήλθον φαιδράς αΰπνους νύκτας• τους ώμους μου έδειξα εις όλον τον
κόσμον, την χείρα μου έτεινα εις όλα τα χείλη, την μέσην μου έσφιγξαν
όσοι ήξευρον χορόν και εν τούτοις συνδοξάζομαι και συμπροσκυνούμαι
μετά των Αγίων. Απήλαυσα δε και τούτο φαγούσα καλούς ιχθύας την
Tεσσαρακοστήν, ρίψασα τα ψυχία της τραπέζης μου εις τα αδηφάγα
στόματα των ιερέων και τας παλαιάς μου εσθήτας δωρήσασα εις τα
αγάλματα της Παναγίας.

Τοιούτον και εις σε, αν ακούσης τας συμβουλάς μου,
υπόσχομαι μέλλον. Είσαι πτωχή, άστεγος και ρακενδύτις• αλλά καγώ,
πριν γίνω σύζυγος του κόμητος Εκβέρτου, εφύσων τον χειμώνα εις τα
δάκτυλά μου, καγώ μόνην περιουσίαν είχον τα κόκκινά μου χείλη, δι’ ων
απέκτησα πλούτον, τιμάς και αγιότητα. Θάρσει λοιπόν, ξανθή μου
Ιωάννα. Είσαι ωραία ως άνθος λειμώνος, σοφή ως βίβλος του Ινκμάρου,
πανούργος ως αλώπηξ του Μαύρου δάσους. Διά τούτων δύνασαι ν’
αποκτήσης παν ό,τι ευφρόσυνον έχει ο βίος. Αλλά βάδισον την
πεπατημένην οδόν και άφες εις τους μωρούς τας ακρωρείας. Ευρέ
σύζυγον, ίνα σοι δώση το όνομά του και ισπανικά σανδάλια, έχε
εραστάς, ίνα ασπάζωνται τα σανδάλια ταύτα, έχε τέκνα ίνα παρηγορώσι
το γήρας σου, έχε, αν θέλης, και σταυρόν, ίνα υπ’ αυτόν καταφεύγης,
οσάκις βαρυνθής τους ζώντας ή σε βαρυνθώσιν εκείνοι. Μόνη η οδός
αύτη άγει εις την ευτυχίαν• αυτήν ηκολούθησα επί τριάκοντα έτη εν μέσω
ανθέων, συμποσίων, ίππων και ασμάτων, περικυκλουμένη υπό
συζύγου, όστις μ’ ηγάπα, υπό εραστών ανυμνούντων το κάλλος μου και
υπηκόων ευλογούντων το όνομά μου• ότε δε ήλθε το πεπρωμένον
τέλος, εξέπνευσα επί κλίνης πορφυράς, μεταλαβούσα διά χειρός
αρχιεπισκόπου και υπό των τέκνων μου υποστηριζομένη. Νυν δε
αφόβως περιμένω την ημέραν της κρίσεως υπό καλλιμάρμαρον πλάκα,
όπου αι αρεταί μου είναι με χρυσά γράμματα κεχαραγμέναι».

Ούτω ωμίλησεν η αγία Ίδα• τοιαύτας φρονίμους συμβουλάς
ψιθυρίζουσι και σήμερον εις το ους των θυγατέρων αι πολύπειροι
μητέρες, εμπνέουσαι αυταίς σωτήριον προς τας αηδίας των
μυθογράφων αποστροφήν. Αφού δε εξετύλιξεν εκείνη εις τα όμματα της
κορασίδος το απαστράπτον κομβολόγιον των κοσμικών ηδονών,
προσήλθεν η ρασοφόρος αυτής σύντροφος και διά φωνής ρεούσης
ησυχή, ως η πηγή του Σιλωάμ, ήρξατο να λέγη•
«Εγώ δε, Ιωάννα, ειμί η αγία Λιόββα, τέκνον ως και συ της
Βρεταννίας, εξαδέλφη του προστάτου της χώρας ταύτης Αγ. Βονιφατίου
και φίλη του υπό το χώμα τούτο αναπαυθέντος πατρός σου.
Τίνα είναι του κόσμου τ’ αγαθά, ήκουσας παρά ταύτης.
Αναμείξασα γάμους, μητρότητας, έρωτας και ίππους κατεσκεύασε δι’
αυτών επίχρυσον καταπότιον, όπερ σοι επέρριψεν, ως οι αλιείς το
δόλωμα εις τους ιχθύας. Αλλ’ ούτε την τιμήν ούτε τα ελαττώματα του
εμπορεύματος σοι είπεν η ευσυνείδητος αύτη μεσίτρια. Ερώτησον αυτήν
πόσα διά τας ύβρεις του συζύγου έχυσε δάκρυα, πόσα διά την απιστίαν
εραστού, πόσα επί της κοιτίδος ασθενούντος τέκνου, πόσα προ του
κατόπτρου, ότε αντί κρίνων και ρόδων ωχρότης και ρυτίδες
αντανακλώντο. Ούτε φανατικαί ούτε ανόητοι ήσαν αι πρώται εκείναι
παρθένοι, αίτινες απολακτίσασαι τον κόσμον εζήτησαν ησυχίαν υπό την
στέγην μοναστηρίου• αλλ’ εγνώριζον ότι οι γάμοι πλήθουσιν ανίας,
ήκουσαν τας κραυγάς των γυναικών, ότε έτικτον ή εξυλοκοπούντο υπό
του συζύγου, είδον τας γαστέρας αυτών εξοιδημένας και τα στήθη των
γάλακτος αποστάζοντα, εμέτρησαν δε και τας ρυτίδας, όσας αι
αγρυπνίαι και οι πόνοι έσκαψαν επί του μετώπου των.

Το αηδές θέαμα αζώστου, εγκυμονούσης ή θηλαζούσης
γυναικός ώθησεν ημάς εις τα μοναστήρια, και ουχί αγγέλων οπτασίαι ή
όρεξις ξηρού άρτου, ως διηγούνται οι κρονόληροι αγιογράφοι. Εκεί
εύρομεν ανεξαρτησίαν και ανάπαυσιν υπό σκιερά κελλία, όπου ούτε
τέκνων κραυγαί ούτε αυθέντου απαιτήσεις ούτε μέριμνα οιαδήποτε
διακόπτει την ησυχίαν μας. Αλλ’ ίνα μη έρημος ο κόσμος καταντήση, ίνα
μη αι γυναίκες τρέξωσιν αθρόαι εις τα κοινόβια, διεσπείραμεν
αλλοκότους περί του βίου ημών φήμας, ότι διανυκτερεύομεν γονυπετείς
επί ψυχρών μαρμάρων, ποτίζομεν ράβδους μέχρις ου ανθήσωσι,
κοιμώμεθα επί στάκτης και μαστιγούμεν το σώμα ανηλεώς. Ούτω και οι
κιβδηλοποιοί, ίνα απομακρύνωσι τους περιέργους, διαδίδουσιν ότι
φάσματα φρικαλέα και βρυκόλακες κακοποιοί συχνάζουσι τα σπήλαια,
όπου χαλκεύεται ο νόθος χρυσός. Μη φοβηθής ούτε το επώνυμον του
αγίου Παχωμίου παξιμάδιον, το οποίον μόνον αι ανόητοι τρώγουσιν,
ούτε τον νυκτερινόν κώδωνα, όστις τας ευήθεις μόνον εξυπνά, ούτε του
ενδύματος ημών την πενιχρότητα• ιδέ τι υπό το τραχύ τούτο ύφασμα
υποκρύπτεται».

Ταύτα λέγουσα απετίναξεν η Αγ. Λιόββα από των ώμων το
ράσον και εφάνη ενδεδυμένη αράχνινον χιτώνα της Κέω, αέρα
εξυφασμένον, ως ωνόμαζον αυτούς οι ποιηταί, υπό τον οποίον το σώμα
αυτής έλαμπεν ως γενναίος οίνος υπό κρύσταλλον της Βοημίας.
Κύψασα είτα εις το ους της κοιμωμένης, «Ιωάννα»,
εξηκολούθησεν, απαλύνουσα έτι μάλλον την φωνήν «σοι υπεσχέθη και
ηδονάς η αντίζηλός μου αύτη• αλλ’ ερώτησον αυτήν αν, περικυκλουμένη
υπό κακοβούλων βλεμμάτων αμιγή ησθάνετο ηδυπάθειαν, ότε
παρεδίδετο εις τον εραστήν, τείνουσα το ους ουχί εις τους γλυκείς
λόγους του, αλλ’ εις πάντα περί αυτήν θόρυβον, και κάτωχρος αυτόν
απωθούσα, οσάκις έτριζε θύρα ή εκινείτο φύλλον. Είδες ποτέ γαλήν
αναβάσαν επί τραπέζης και πίνουσαν του αυθέντου το γάλα; Λοξά τα
βλέμματα αυτής, ανήσυχα τα ώτα, ορθαί αι τρίχες υπό του φόβου και
έτοιμοι οι πόδες εις φυγήν. Ούτω γεύονται και αι κοσμικαί αύται
δέσποιναι του απηγορευμένου καρπού. Ημείς δε ούτε υπό φροντίδων
ούτε υπό κατασκόπων περικυκλούμεναι, αλλ’ υπό τοίχων υψηλών και
δασών πολυδένδρων, την μεν ημέραν δαπανώμεν διαλεγόμεναι ως οι
αρχαίοι φιλόσοφοι περί ηδονής, οπόταν δε σημάνη η ώρα αυτής,
αποσυρόμεθα εις τα ήσυχα ημών κελλία, όπου εν σιωπή και κατανύξει
προετοιμαζόμεθα εις την απόλαυσιν ως οι ιππόται εις την μονομαχίαν.

Βυθίζουσαι εις χλιαρά αρώματα τον τριχόσακκον τούτον[8], ον οι ανόητοι
νομίζουσιν όργανον κακοπαθείας, τρίβομεν δι’ αυτού το σώμα μέχρις ου
καταστή υπέρυθρον ως ρόδον, ευαίσθητον εις πάσαν πρόσψαυσιν ως__
ίππος εις τον πτερνιστήρα, λύομεν την κόμην, καλύπτομεν τας αγίας
εικόνας και κατακλινόμεναι τον μεν χειμώνα παρά την λάμψιν ευθύμου
πυράς, το δε θέρος πλησίον ανοικτού παραθύρου, ακροώμεναι το άσμα
της αηδόνος ή ψιθυρίζουσαι το Άσμα ασμάτων, παραδιδόμεθα εις
μειλίχια όνειρα, μέχρις ου ηχήσωσιν εις τον διάδρομον τα σανδάλια του
ερχομένου, ίνα τα ονείρατα ταύτα ενσαρκώση. Οι Aνατολίται εφεύρον τα
διπλά μοναστήρια, όπου οι θεράποντες του Υψίστου και αι νύμφαι του
Χριστού οικούσιν υπό την αυτήν στέγην, υφ’ ενός χωριζόμενοι τοίχου,
αλλ’ ημείς ετελειοποιήσαμεν των Ελλήνων την εφεύρεσιν, ανοίξασαι εις
τους τοίχους τούτους οπάς, δι’ ων αθορύβως και ακινδύνως δεχόμεθα
τους εν αγίω Βενεδίκτω αδελφούς. Πρώται ημείς εκαλλιεργ ήσαμεν εις
τους κήπους των κοινοβίων το ηδύπνουν πήγανον, το οποίον
απαλλάττει από των κόπων της μητρότητος, την βαρύοσμον ερείκην,
ήτις καθιστά ακόρεστα τα χείλη, και την οξείαν κνίδα, εξ ης οι ημέτεροι
ερασταί αρύονται νέας αείποτε δυνάμεις, ως ο Ανταίος εκ της γης.
Αλλά μη νομίσης, Ιωάννα, ότι πάντοτε εντός τεσσάρων τοίχων
περιορίζομεν τον βίον και εις τοιαύτας απολαύσεις την ευδαιμονίαν.

Ενίοτε η πλήξις επέρχεται εν μέσω της τρυφής• ο δρόμος του ηλίου
φαίνεται ημίν βραδύς διά των κιγκλίδων του κελλίου, οι δε θωρακοφόροι
ιππόται προτιμότεροι των καλογήρων. Προφασιζόμεναι τότε ευσεβή
αποδημίαν εις τάφον αγίου, περιερχόμεθα τον κόσμον, εμβαίνουσαι εις
τα ανάκτορα και τας καλύβας, τα θέατρα και τα λουτρά και πανταχού
ευρίσκουσαι φιλόφρονα υποδοχήν, αγκάλας ανοικτάς και μέτωπα
προσκλινή. Ότε μετέβην εις την αυλήν του αυτοκράτορος Καρόλου,
εωρτάζοντο κατ’ αυτήν εκείνην την εσπέραν οι γάμοι αυτού μετά της
Ιλδεγάρδης. Κόμητες, δέσποιναι, ιππόται και ιεράρχαι συνωθούντο εν τη
αιθούση του εν Ακυισγράνω ανακτόρου. Οι ραψωδοί έψαλλον τους
άθλους του τροπαιούχου νυμφίου, οι μίμοι και αι ορχηστρίδες εκίνουν εις
γέλωτα δι’ αλλοκότων μορφασμών, οι κύβοι κατεκυλίοντο και ο οίνος
εκυκλοφόρει εντός αργυροχείλων ποτηρίων. Αλλ’ άμα το μαύρον μου
ράσον εφάνη παρά την φλιάν της θύρας, άμα το όνομά μου, «Λιόββα η
ηγουμένη! Λιόββα η αγία!» ήχησεν εν τη αιθούση, πάντες αφήκαν
κύβους, ποτήρια και γυναίκας, ίνα ενατενίσωσιν εις εμέ. Οι μεν
ησπάζοντο τα άκρα της ζώνης, οι δε των ποδών μου τα ίχνη, μόνος δε ο
αυτοκράτωρ τας χείρας. Η τριχίνη μου εσθής επεσκίασε και της μετάξης
και των αδαμάντων και των εψιμμυθιωμένων παρειών και των γυμνών
ώμων την λάμψιν• μεταξύ δε του γονυπετούς εκείνου πλήθους διέκρινα
τον δεκαοκταετή Ροβέρτον, όστις ανύψου προς εμέ κάθυγρα βλέμματα
και ηνωμένας χείρας, απλήστως αναζητών το πρόσωπόν μου υπό την
καλύπτραν.

Αφού ετελείωσεν η εορτή, ωδηγήθην υπ’ αυτού του
αυτοκράτορος εις τον λαμπρότερον των ανακτόρων κοιτώνα,
κοινωνούντα μετά του κήπου διά υελοφράκτου θύρας. Εξυπνήσασα περί
μέσην νύκτα ήνοιξα την θύραν εκείνην, ίνα μετριάσω την οσμήν της
αλόης και της σμύρνας, δι’ ων αι αδελφαί του Καρόλου είχον αρωματίσει
τον θάλαμον προς τιμήν μου, και άντικρύ μου είδον καθήμενον υπό
μηλέαν τον Ροβέρτον, στηρίζοντα επί των γονάτων τους βραχίονας και
επ’ αυτών την έφηβον κεφαλήν του, τους δε οφθαλμούς απλήστως εις το
παράθυρόν μου προσηλούντα. Ότε με είδεν, ηγέρθη έντρομος, ίνα φύγη,
αλλά δι’ ελαφρού νεύματος προσεκάλεσα αυτόν να εισέλθη.
Ανασκιρτήσας τότε δι’ ενός πηδήματος ευρέθη προ εμού γονυπετής,
αλλ’ ούτε να με εγγίση ούτε λέξιν να προφέρη, ούτε τους οφθαλμούς να
σηκώση ετόλμα ο δυστυχής νεανίας. Ότε δε παραμερίσασα την μακράν
κόμην του επέψαυσα διά των χειλέων το μέτωπόν του, φοβούμενος μη
ηπατάτο υπό φάσματος νυκτερινού εψηλάφει την εσθήτα, τας χείρας κ αι
την λυτήν κόμην μου, ίνα πεισθή ότι ήμην εγώ, ότι την αγίαν Λιόββαν
είχεν ημίγυμνον και μειδιώσαν ενώπιον αυτού. Τις των του κόσμου
δεσποινών ηξιώθη ποτε τοιαύτης λατρείας και τίνος τα χείλη εις την
τοιαύτην ευγνώμονα έκστασιν εβύθισαν τον εραστήν;

Δύο ολοκλήρους μήνας έμεινα εις του Καρόλου την αυλήν• ότε
δε κορεσθείσα συμποσίων, χειρασπασμών και θορύβου απεχαιρέτησα
τα φιλόξενα εκείνα ανάκτορα, αυτός ο αυτοκράτωρ εκράτησε της όνου
μου τον χαλινόν, η αυτοκράτειρα και αι ηγεμονίδες με καθικέτευον μ ετά
δακρύων να μείνω, ο δε Ροβέρτος απέσπα τας τρίχας υπό της
απελπισίας. Τοιούτον και εις σε υπόσχομαι βίον, Ιωάννα• αμιγείς πόνου
ηδονάς αντί των αμφιβόλων του κόσμου απολαύσεων, ανεξαρτησίαν
αντί δουλείας, ράβδον ηγουμένης αντί ηλακάτης και τον Ιησούν αντί
θνητού συζύγου. Ήκουσας την Ίδαν συνηγορούσαν υπέρ του γάμου,
ήκουσας και εμέ υπέρ του μοναστηρίου• μεταξύ αυτής και εμού έκλεξον
ήδη, Ιωάννα».

Η εκλογή δεν ήτο δύσκολος, αλλά και διά κλειστών οφθαλμών
ηδύνατο να γίνη. Διό ουδόλως διστάσασα η κοιμωμένη ηρωίς έτεινεν
αμφοτέρας τας χείρας εις την εύγλωττον ρασοφόρον, ενώ η σύντροφος
αυτής κατησχυμένη και ουδέν έχουσα αντειπείν διελύετο εις καπνόν, ως
οι γυναικόμορφοι εκείνοι δαίμονες, οίτινες διέκοπτον τας ευσεβείς
μελέτας του αγίου Παχωμίου, παρενθέτοντες λευκά στήθη ή κόκκινα
χείλη μεταξύ των οφθαλμών του και του ευχολογίου.

Η δε αγία Λιόββα, ασπασθείσα την νέαν προσήλυτον επί της
παρειάς, προσέθηκεν περιχαρής: «Ίνα πεισθώ ότι η προς τον
μοναστικόν βίον προαίρεσίς σου είναι ειλικρινής, δεν σοι είπον οποίον
σοι επεφύλαττον τρισένδοξον μέλλον, οποίαν ατίμητον αμοιβήν. Η
Σεμίραμις εγένετο βασίλισσα των Ασσυρίων, η Μοργάνη των Βρεταννών
και η Βαθίλδη της Γαλλίας. Αλλά συ ιδέ τι θέλεις γίνει, Ιωάννα!»
Παράδοξος τότε οπτασία, όνειρον εν ονείρω, εθάμβωσε την
ημετέραν ηρωίδα. Εφάνη αυτή ότι εκάθητο επί θρόνου τόσω υψηλού,
ώστε η κεφαλή αυτής, υπό τριπλού κοσμουμένη διαδήματος, ήγγιζε τα
νέφη, λευκή περιστερά ίπτατο περί αυτήν δροσίζουσα διά των
πτερύγων, πολύς δε λαός συνωθείτο περί τους πόδας του θρόνου
γονυπετών• τινές τούτων έπαλλον αργυρά θυμιατήρια, ων οι ατμοί
συνεπυκνούντο περί αυτήν εις εύοσμα νέφη, και άλλοι αναβαίνοντες εφ’
υψηλών κλιμάκων ησπάζοντο ευσεβώς τους πόδας της.

Έτυχε ποτέ, καλέ μου αναγνώστα, να ονειρευθής ότι σε
απαγχονίζουσιν ή ότι από μέρους υψηλού πίπτεις εις βάραθρον
ακαταμέτρητον; Καθ’ ην στιγμήν σφίγγει τον τράχηλον το σχοινίον ή
μέλλει το σώμα σου να συντριβή, εξυπνάς και ευρίσκεσαι εντός θερμής
κλίνης, έχων τον νυκτικόν πίλον επί της κεφαλής και τον κύνα σου παρά
τους πόδας. Ουδέν γλυκύτερον της εγέρσεως εκείνης• ψηλαφείς τα μέλη
σου και αγάλλεσαι ευρίσκων αυτά σώα, ανοίγεις έπειτα τους οφθαλμούς
και το παράθυρον, ίνα μη σ’ επισκεφθή πάλιν ο κακός όνειρος. Αλλ’ αν
έτυχε να ίδης όνειρον καλόν, ότι ανεύρες την φιλοσοφικήν λίθον ή
γυναίκα φρόνιμον, και εξυπνήσης καθ’ ην στιγμήν ήπλονες την χείρα εις
τα χειμαιρικά ταύτα κειμήλια, τότε όλα σοι φαίνονται δυσάρεστα και
αηδή. Απωθών την οχληράν πραγματικότητα βυθίζεις την κεφαλήν υπό
το εφάπλωμα, ζητών παντί τρόπω να συλλάβης και πάλιν τα φεύγοντα
εκείνα φαντάσματα.

Τοιούτόν τι ησθάνθη και η Ιωάννα ότε, εξυπνήσασα μετά την
γοητευτικήν εκείνην οπτασίαν, ευρέθη άπορος, απροστάτευτος και μόνη
πλησίον του νεοσκάπτου τάφου του πατρός της. Ο φιλόξενος
Αρκούλφος προσήλθε μετ’ ολίγον, ίνα προσφέρη τη ορφανή παραμυθίαν
και τροφήν• αλλ’ αύτη και τας παρηγορίας και τα ανάλατα χόρτα
απωθήσασα του καλού ασκητού: «Ποίον είναι, ηρώτησε, το
πλησιέστερον μοναστήριον;» – «Το της Αγ. Βλιθρούρδης εν Μοσβάχη»,
απεκρίθη έκπληκτος ο γέρων, τείνων τον τρέμοντα δάκτυλον προς
ανατολάς. – «Ευχαριστώ», απήντησεν η Ιωάννα, και σφίγξασα της
εσθήτος τον ζωστήρα ηκολούθησε την υποδειχθείσαν διεύθυνσιν,
σπεύδουσα εις κατάκτησιν των αγαθών, άτινα υπεσχέθη αυτή η Aγία
Λιόββα. Ο δε ευσεβής ερημίτης, βλέπ ων αυτήν μεγάλοις βήμασιν
απομακρυνομένην, κατέγραψεν εις το ημερολόγιον ότι διά των
παρακλήσεων αυτού τα επισκιάζοντα το ερημητήριόν του δένδρα
απέκτησαν την ιδιότητα του να εμπνέωσιν ακράτητον προς τον
μοναστικόν βίον ορμήν εις πάντα υπό την σκιάν αυτών αναπαυόμενον.

Η Ιωάννα, ήτις εν τη ανυπομονησία αυτής ουδέ περί της οδού
εφρόντισεν ακριβώς να ερωτήση, εν όσω μεν ο δρόμος ηνοίγετο ευθύς
ενώπιόν της έτρεχεν ως διωκομένη έλαφος• αλλά περιπλεχθείσα μετ’ ου
πολύ εις στενάς ατραπούς και αδιέξοδα μονοπάτια κατέπεσε τέλος ως η
Δήμητρα παρά το χείλος φρέατος, ίνα πίη και σκεφθή περί του
πρακτέου. Εν τούτοις η νυξ εξηπλούτο ασέληνος και ζοφερά επί του
δάσους, εις δε το σκότος εκείνο εσπινθήριζον απαισίως μεταξύ των
φύλλων τα όμματα των γλαυκών και των λύκων. Η δύστηνος νεάνις,
μόνη εν τη φοβερά εκείνη ερήμω, ότε μεν συνεστέλλετο ακινητούσα
παρά την ρίζαν γηραιάς δρυός, ότε δε νέας δυνάμεις αντλούσα εκ του
φόβου έτρεχεν ως φάσμα νυκτερινόν μεταξύ των δένδρων.

Ούτω πλανωμένη διέκρινε τέλος εις το πυκνότερον μέρος του
δάσους αμυδρόν τι φως, προς ο κατηύθυνε τον κλονούμενον πόδα της,
ελπίζουσα να εύρη εκεί φιλόξενον ασκητήριον ερημίτου. Αλλ’ αντί τούτου
εύρε μόνον ξύλινον αγαλμάτιον της Θεοτόκου, εναποτεθειμένον εις
κοίλωμα δένδρου, υπό το οποίον έκαιε μία των θαυμασίων εκείνων
λυχνιών, ων το έλαιον ουδέποτε εξηντλείτο κατά τους τότε αγιογράφους
ή κατ’ άλλους ανενεούτο καθ’ εκάστην υπό των αγγέλων. Προ του
αγάλματος τούτου καταπεσούσα η Ιωάννα ηυχήθη εις την Παρθένον,
ζητούσα προστασίαν και οδηγόν, ίνα εξέλθη του πολυδένδρου εκείνου
λαβυρίνθου.

Αι ευχαί αυτής εισηκούσθησαν• τριπλοίόνων ογκηθμοί
απεκρίθησαν εις της νεάνιδος τας δεήσεις και μετ’ ου πολύ εφάνησαν και
τα ζώα, κύπτοντα υπό το βάρος τριών πολυσάρκων καλογήρων• είπετο
δε και τέταρτος όνος σύρων μονότροχον άμαξαν, εφ’ ης εφαίνοντο δύο
επιμήκη κιβώτια, ευσεβώς δι’ αργυροκεντήτου υφάσματος κεκαλυμμένα.
Οι τρεις ονοβάται ήσαν πατρώοι της Ιωάννας φίλοι, οι πανοσιώτατοι
Ραλήγος, Ληγούνος και Ρεγιβάλδος, μετακομίζοντες εις Μουλιγχείμην[9]
τα σώματα των Aγίων Μαρτύρων Πέτρου και Μαρκελλίνου, μεταξύ των
οποίων έλαβε την άδειαν να καθήση η ημετέρα ηρωίς επί της αγιοφόρου
αμάξης.

Οι καλοί ούτοι πατέρες, αφού έμαθον τα περί της Ιωάννας,
διηγήθησαν έπειτα αυτή ότι κατά διαταγήν του ηγουμένου αυτών
Εγινάρδου μετέβησαν εις Ρώμην, ίνα αγοράσωσιν άγια λείψανα, αλλά μη
δυνηθέντες να συμφωνήσωσι περί της τιμής εισήλθον την νύκτα,
οδηγούμενοι υπό αγγέλου κρατούντος φανάριον, εις την υπόγειον
εκκλησίαν του Aγίου Τιβουρκίου και ανοίξαντες τους τάφους των εκεί
αναπαυομένων Aγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου έκλεψαν τα οστά αυτών,
άτινα διά μυρίων κινδύνων και κόπων κατώρθωσαν να μετακομίσωσιν
εις Γερμανίαν. Οι εκταφέντες ούτοι Άγιοι εφαίνοντο εν αρχή
δυσανασχετούντες ότι εταράχθη η ησυχία των• γοεροί στεναγμοί
εξήρχοντο εκ των φερέτρων και άφθονον αίμα απέσταζεν εξ αυτών καθ’
εκάστην, βαθμηδόν όμως υπετάγησαν εις την νέαν τύχην των, και
αναλαβόντες τας παλαιάς αυτών έξεις εθαυματούργουν, θεραπεύοντες
χωλούς, τυφλούς και παραλυτικούς, διώκοντες τους πονηρούς δαίμονας
και μεταβάλλοντες τον ζύθον εις οίνον, τους κόρακας εις περιστεράς και
του ειδωλολάτρας εις χριστιανούς.

Τοιαύτα και άλλα πολλά διηγούντο οι πανοσιώτατοι τη Ιωάννα,
επαινούντες τα θαύματα των αγίων των, ως οι κίναιδοι τα της Συρίας
θεάς• αλλ’ αύτη εναύλους έτι έχουσα εις τα ώτα, τας χρυσάς υποσχέσεις
της αγίας Λιόββας ολίγον προσείχεν εις των συνοδοιπόρων τα
συναξάρια, δις δε και τρις χασμηθείσα απεκοιμήθη τέλος μεταξύ των
Aγίων Πέτρου και Μαρκελλίνου. Το ίδιον φοβούμενοι μη έπαθες και συ,
αναγνώστρια, παραπέμπομεν εις το επόμενον κεφάλαιον την
εξακολούθησιν της φιλαλήθους ημών ιστορίας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όρα Σατωβρ. Προλεγ. Mαρτύρ. σ. 3.
2. Θεοκρίτου, Ειδύλλια. ΚΖ΄, στίχ. 65.
3. Αρχαίον όνομα της Ιαρμούθης.
4. Τανύν Yόρκης.
5. Τέσσαρα περίπου φράγκα.
6. La vengeance est le plaisir des Dieux.
7. Mein.
8. Kιλίκιον.
9. Mulinheim

Saturday, 21 March 2009

Το έπος του Gilgamesh

Περισσότερες πληροφορίες εδώ.


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ω! Γκιλγκαμές, άρχοντα της Κουλάμπ, μεγάλη είναι η δόξα σου.

Στάθηκε ο άνθρωπος που γνώριζε τα πάντα. Ηταν ο βασιλιάς που γνώριζε
του κόσμου όλες τις χώρες. Ηταν σοφός, είδε τα μυστήρια και γνώριζε τα
απόκρυφα, μας έφερε μια ιστορία για την πρίν από τον κατακλυσμό εποχή.
Εκανε ένα πολύ μεγάλο ταξίδι. Κουράστηκε, ταλαιπωρήθηκε και
ξαναγύρισε στον τόπο του, για να γράψει σε μια πέτρα όλη του την ιστορία.
Οταν οι θεοί δημιούργησαν τον Γκιλγκαμές, του έδωσαν τέλειο σώμα.
Ο Σαμάς, ο ένδοξος ήλιος, τον προίκισε με ομορφιά, ο Αντάντ, ο θεός της
θύελλας, τον προίκισε με θάρρος. Οι μεγάλοι θεοί έκαναν τόσο τέλεια την
ομορφιά του, που όμοιά της άλλη να μην υπάρχει. Τον έκασναν κατά τα
δύο τρίτα Θεό και κατά το ένα τρίτο άνθρωπο. Στην Ουρούκ έκτισε τείχη,
ένα μεγάλο οχυρωματικό έργο και τον ευλογημένο ναό του Εαννά, για το
θεό του στερεώματος, τον Ανού και για την Ιστάρ τη θεά του έρωτα. Και το
Ιερό αυτό μπορεί να το δείς ακόμα και τώρα. Το εξωτερικό τείχος έμοιαζε
με εξωτερική κορνίζα και έλαμπε με τη λάμψη του χαλκού και το εσωτερικό
τείχος δεν έχει το όμοιό του. Αναρριχήσου στα τείχη επάνω της Ουρούκ!
Περπάτησε κατά μήκος τους. Κοίταξε τα θεμέλια της ταράτσας και εξέτασε
και το χτίσιμό τους. Δεν είναι από ψημένα κι ωραία τούβλα; Τα θεμελίωσαν
οι εφτά σοφοί.

1. Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΚΙΝΤΟΥ
Ο Γκιλγκαμές περιηγήθηκε τον κόσμο, αλλά πουθενά δεν συνάντησε
κανένα που να μπορεί να αντισταθεί στα μπράτσα του, μέχρι που
ξαναγύρισε στην Ουρούκ. Και οι άντρες της Ουρούκ μουρμούριζαν στα
σπίτια τους: «Ο Γκιλγκαμές ηχεί τα σήμαντρα για το κέφι του. Η περηφάνια
του ξεπερνάει και την ημέρα και τη νύχτα. Κανένας δεν πρόκειται να μείνει
με τον πατέρα του. Ολους θα τους πάρει ο Γκιλγκαμές. Ο βασιλιάς πρέπει
να είναι ο ποιμένας του λαού του. Ο πόθος του ο σεξουαλικός, παρθένα
δεν αφήνει στον εραστή της, ούτε την κόρη του πολεμιστή, ούτε και τη
γυναίκα του αριστοκράτη. Κι ακόμα ο Γκιλγκαμές είναι ο σοφός, ο
λεβεντόκορμος κι αποφασιστικός της πόλης μας ποιμένας».
Οι Θεοι ακούσανε τους θρήνους τους. Και οι θεοι των ουρανών
φωνάξανε στον κυρίαρχο της Ουρούκ, στον Ανού, το θεό της Ουρούκ: «Μια
θεά τον έκανε δυνατό σαν τον άγριο ταύρο και κανένας δεν μπορεί να
αντισταθεί στα μπράτσα του. Αρσενικό παιδί δεν έμεινε με τον πατέρα του.
Τα πήρε όλα ο Γκιλγκαμές. Είναι αυτός ο βασιλιάς και ο ποιμένας του λαού
του; Ο πόθος του ο σεξουαλικός παρθένα δεν αφήνει στον εραστή της,
ούτε την κόρη του πολεμιστή, ούτε τη γυναίκα του αριστοκράτη». Οταν ο
Ανού άκουσε τους θρήνους των θεών, φώναξε την Αρουρού, τη θεά της
δημιουργίας: «Εσύ που τον δημιούργησες, Αρουρού, βρες τώρα και τον
δεύτερό του, μια θυελλώδικη καρδιά για μια άλλη θυελλώδικη καρδιά. Και
βάλε τους να παλεύουν μεταξύ τους για να ησυχάσει η Ουρούκ».
Και η θεά συνέλαβε μια εικόνα στο μυαλό της. Κι ήταν η εικόνα από
την ίδια την ουσία του Ανού, του θεού του στερεώματος. Βούτηξε τα χέρια
της μέσα στα νερά και ανέσυρε από μέσα λάσπη. Και άφησε τη λάσπη
αυτή να πέσει μες στην ερημιά. Και έτσι δημιουργήθηκε ο έξοχος ο
Ενκιντού. Και είχε μέσα του τις αρετές του θεού του πολέμου, του ίδιου του
Νινούρτα. Το σώμα του ήτανε τραχύ κι είχε μαλλιά μακριά σαν της
γυναίκας. Και κυμάτιζαν σαν τα μαλλιά της Νισαμπά, της θεάς του σιταριού.
Το σώμα του ήταν μαλλιαρό σαν του Σαμουκάν, του θεού των κοπαδιών. Κι
ήταν αμόλευτος από την κοινωνία και τίποτα δεν γνώριζε από τις περιοχές
που τις καλλιεργούν.
Ο Ενκιντού έτρωγε χλόη στους λόφους, συντροφιά με τη γαζέλα. Και
στις νεροσυρμές συναγωνιζόταν αντάμα με τα άγρια θηρία. Χαιρόταν το
νερό με τα κοπάδια των άγριων ζώων. Μα φάνηκε ένας κυνηγός που
έστηνε παγίδες. Και κάποια μέρα βρέθηκε μπροστά του, στο πηγάδι που
έπινε νερό, γιατί τα άγρια ζώα είχαν μπει στη χώρα του. Τρεις ήμερες
ανταμώνανε πρόσωπο με πρόσωπο και ο κυνηγός επάγωνε από το φόβο
του. Γύρισε στο σπίτι του με το κυνήγι που είχε πιάσει, βουβός και
μουδιασμένος από το φόβο. Το πρόσωπό του ήταν αλλοιωμένο και έμοιαζε
με κείνον που τσακίστηκε άπο μακρινό ταξίδι. Και με το φόβο στην καρδιά,
μίλησε στον πατέρα του: «Υπάρχει ένας άνθρωπος που δεν μοιάζει με τους
άλλους. Τον είδα που κατέβαινε από τα βουνά.
Είναι ο πιο δυνατός στον κόσμο φαίνεται νάναι αθάνατος από τους
ουρανούς. Ζει πάνω στα βουνά, αντάμα με τα άγρια ζώα και βόσκει χλόη.
Μπαίνει στη χώρα σου και φτάνει μέχρι τα πηγάδια. Τρόμαξα και δεν
τολμώ να τον πλησιάσω. Γεμίζει τις τρύπες που κάνω και χαλάει τις
παγίδες που στήνω για κυνήγι. Βοηθάει και τα ζώα για να αποφεύγουν τις
παγίδες και έτσι μου ξεφεύγουν».
Κι ο πατέρας του άνοιξε το στόμα του και είπε στον κυνηγό: «Παιδί
μου, στην Ουρούκ ζει ο Γκιλγκαμές. Κανένας μέχρι τώρα δεν μπόρεσε να
τον νικήσει. Είναι δυνατός σαν άστρο του ουρανού. Πήγαινε στην Ουρούκ,
βρες τον Γκιλγκαμές και παίνεψε τη δύναμη αυτού του αγριανθρώπου.
Ζήτησε του να σου δώσει μια πόρνη από το ναό του Ερωτα, μια κόρη της
απόλαυσης. Γύρνα μαζί της κι άφησε την με τη γυναικεία δύναμη να
αποδυναμώσει αυτόν τον άνθρωπο. Κι όταν την επομένη θα ξανάρθει στο
πηγάδι για να πιει νερό, θα την αγκαλιάσει και τότε τ' άγρια ζώα θα τον
αποβάλουν από τη συντροφιά τους».Κι έτσι ο κυνηγός ταξίδεψε στην
Ουρούκ και παρουσιάστηκε στον Γκιλγκαμές, λέγοντάς του: «Ενας
άνθρωπος, που δεν μοιάζει με τους άλλους, περιφέρεται στα λιβάδια. Και
είναι δυνατός σαν άστρο τ' ουρανού και φοβάμαι να τον πλησιάσω.
Βοηθάει τ' αγρίμια να ξεφεύγουν από τις παγίδες μου. Τρύπωνα στις
λακκούβες που κάνω και μου χαλάει τις παγίδες». Κι ο Γκιλγκαμές, του
είπε: «Κυνηγέ, πήγαινε πίσω, πάρε μαζί σου μια πόρνη, μια κόρη της
απόλαυσης. Στην πηγή θα την αγκαλιάσει και τα άγρια ζώα θα τον
αποβάλουν».
Κι ο κυνηγός ξαναγύρισε, σέρνοντας μαζί του μια πόρνη. Υστερα από
ταξίδι εφτά ήμερων έφτασε στην πηγή και κάθισαν. Η πόρνη κι ο κυνηγός
κοιτάχτηκαν και περίμεναν να φτάσει το θήραμα. Την πρώτη και τη δεύτερη
μέρα οι δυο τους περίμεναν, άλλα την τρίτη ήμερα έφτασε η αγέλη. Ηρθε
για να πιει νερό. Και μαζί της ήταν και ο Ενκιντού. Τα μικρά άγρια
πλάσματα του κάμπου χάρηκαν για το νερό που ήπιαν και μαζί τους
χάρηκε και ο Ενκιντού, που έβοσκε στη χλόη μαζί με τη γαζέλα που είχε
γεννηθεί στα βουνά. Ο κυνηγός είπε στην πόρνη: «Νάτος! Τώρα, γυναίκα,
γύμνωσε τα στήθια σου χωρίς ντροπή και χωρίς καθυστέρηση προκάλεσέ
του τον έρωτα. Αφησέ τον να δει το γυμνό σου σώμα, άφησέ τον να
κατακτήσει το κορμί σου. Οταν σε πλησιάσει γυμνώσου και ξάπλωσε μαζί
του. Δίδαξε στον άγριο άνθρωπο την τέχνη της γυναίκας, γιατί όταν θα του
ανάψεις τον έρωτα και θα τον σύρεις πλάι σου, τα άγρια ζώα που ζούνε
μαζί του στα βουνά θα τον αποβάλουν από τη συντροφιά τους».
Και η πόρνη δεν ντράπηκε να τον πλησιάσει. Γυμνώθηκε και του
ερέθισε τον πόθο, του υποκίνησε τον άγριο του έρωτα και του δίδαξε την
τέχνη της γυναίκας. Έξι ήμερες κι εφτά νύχτες ήσαν αγκαλιά. Και ο
Ενκιντού ξέχασε την κατοικία του στο βουνό. Αλλά όταν χόρτασε τον
έρωτα, ξαναγύρισε στα άγρια θηρία. Και τότε, μόλις τον είδε η γαζέλα,
έφυγε τρέχοντας μακριά του. Οταν τον είδαν τα άγρια ζώα, έφυγαν κι αυτά.
Ο Ενκιντού δεν μπορούσε να τα ακολουθήσει, αλλά το σώμα του έμοιαζε
νάναι δεμένο με σκοινί, τα γόνατά του λύγισαν όταν έκανε να τρέξει και η
γρηγοράδα του είχε εξαφανιστεί. Τώρα, τα άγρια πλάσματα ήταν ήδη
μακριά. Ο Ενκιντού άρχισε να αδυνατίζει γιατί μέσα του είχε σοφία και οι
σκέψεις του ανθρώπου βρίσκονταν στην καρδιά του. Και έτσι ξαναγύρισε
και κάθισε στα πόδια της γυναίκας και άκουγε υπάκουα ότι του έλεγε:
«Είσαι σοφός, Ενκιντού, και τώρα έγινες σχεδόν Θεός. Γιατί θέλεις να
τρέχεις στα βουνά με τα αγρίμια; Ελα μαζί μου. Θα σε πάω στην Ουρούκ με
τα ισχυρά τείχη, στον ευλογημένο ναό της Ιστάρ και του Ανού, του έρωτα
και των ουρανών. Εκεί ζει ο Γκιλγκαμές που είναι δυνατός σαν άγριος
ταύρος και κυριαρχεί πάνω στους ανθρώπους».
Οταν του είπε όλα αυτά, ο Ενκιντού ευχαριστήθηκε. Ποθούσε να βρει
ένα σύντροφο, ένα σύντροφο που θα μπορούσε να καταλάβει την καρδιά
του: «Ελα γυναίκα, πήγαινε με σ' αυτόν τον ιερό ναό, στον οίκο του Ανού
και της Οστάρ, στον τόπο που κυριαρχεί πάνω στο λαό ο Γκιλγκαμές. θα
τον προκαλέσω σε πάλη και θα φωνάξω δυνατά σ' όλη την Ουρούκ: Είμαι
ο πιο δυνατός εδώ και ήρθα για να αλλάξω την παλιά την τάξη. Είμαι αυτός
που γεννήθηκε στα βουνά, είμαι ο πιο δυνατός απ' όλους».
Και κείνη του είπε: «Ας πάμε λοιπόν και κείνος ας δει το πρόσωπο
σου. Ξέρω πολύ καλά που βρίσκεται ο Γκιλγκαμές μέσα στη μεγάλη πόλη
της Ουρούκ. Ενκιντού, εκεί οι άνθρωποι φοράνε τα πολυτελή τους ρούχα
τις γιορτινές ημέρες. Οι νέοι άντρες και τα κορίτσια έχουν θαυμάσιο
παρουσιαστικό. Και τι ωραίο που είναι το άρωμα τους! Ολοι οι μεγάλοι
άνθρωποι βάφουνε τα χείλη τους από τα κρεβάτια τους. Ενκιντού, εσένα
που αγαπάς τη ζωή, πρέπει να σου δείξω το Γκιλγκαμές. Είναι άνθρωπος
ευτυχισμένος, θα δεις πάνω του να ακτινοβολεί ο ανδρισμός του. Το σώμα
του είναι τέλειο σε δύναμη και ωριμότητα. Ποτέ δεν αναπαύεται, ούτε την
ημέρα ούτε τη νύχτα. Είναι πιο δυνατός και από σένα και γι' αυτό μην
καυχιέσαι. Ο Σαμάς, ο ένδοξος ήλιος, έδωσε χάρες στο Γκιλγκαμές και ο
Ανού, ο θεός των ουρανών και ο Ενλίλ και ο Εά, ο σοφός, του έδωσαν
βαθειά γνώση. Και σου λέω από τώρα πως πριν αφήσεις τον άγριο τόπο ο
Γκιλγκαμές θα γνωρίζει από το όνειρο του τον ερχομό σου».
Κι ο Γκιλγκαμές σηκώθηκε και πήγε να διηγηθή το όνειρο του στη
μάνα του τη Νινσούν, που ήταν κι αυτή από τους σοφούς θεούς. «Μάνα,
την περασμένη νύχτα είδα ένα όνειρο. Ημουνα πλημμυρισμένος χαρά.
Γύρω μου είχαν συγκεντρωθεί οι νέοι ήρωες και περπατούσα μέσα στη
νύχτα κάτω από τα άστρα του στερεώματος. Και τότε κάποιος, ένα μετέωρο
από την ουσία του Ανού, έπεσε από τον ουρανό. Προσπάθησα να το
σηκώσω αλλά ήταν πολύ βαρύ. Ολοι οι άνθρωποι της Ουρούκ μαζεύτηκαν
γύρω για να το δουν οι απλοί άνθρωποι χοροπηδούσαν και οι
αριστοκράτες σπρώχνονταν ποιος να του πρωτοφιλήσει τα πόδια. Κι εγώ
ένιωσα γι' αυτό το πράγμα έρωτα σαν αυτόν που νιώθει κανένας για
γυναίκα. Με βοήθησαν, δυνάμωσα το μέτωπό μου, τον σήκωσα με τα
λουριά και τον έφερα σε σένα. Και συ τον αποκάλεσες αδερφό μου».
Και τότε η Νινσούν, που είναι προικισμένη με μεγάλη σοφία, είπε στο
Γκιλγκαμές: «Αυτό που είδες, αυτό το αστέρι του ουρανού πάνω στο όποιο
έσκυψες σαν πάνω σε γυναίκα, αυτός ήταν ο δυνατός σύντροφος, εκείνος
που δίνει βοήθεια στους φίλους του που έχουν ανάγκη. Είναι το πιο δυνατό
από τα άγρια πλάσματα. Γεννήθηκε στα πράσινα λιβάδια και τον
ανάθρεψαν τα άγρια βουνά. Οταν θα τον δεις θα ευχαριστηθείς. Η δύναμη
του μοιάζει με τη δύναμη εκείνων που κατοικούν στον ουρανό. Αυτό είναι
το νόημα του ονείρου σου».
Ο Γκιλγκαμές είπε: «Μάνα, ονειρεύτηκα και ένα άλλο όνειρο. Στους
δρόμους της Ουρούκ με τα ισχυρά τείχη βρέθηκε ένα τσεκούρι. Το σχήμα
του ήταν παράξενο και γύρω του συνωθούνταν ο λαός. Το είδα και
ευχαριστήθηκα. Εσκυψα κι ένιωσα βαθιά έλξη γι' αυτό. Το αγάπησα όπως
αγαπάνε μια γυναίκα και το έσυρα προς το μέρος μου». Και η Νινσούν του
αποκρίθηκε: «Το τσεκούρι που είδες και που σε τράβηξε τόσο δυνατά όσο
κι ο έρωτας της γυναίκας, είναι ο σύντροφος που σου δίνω. Και θα έρθει
μια δύναμη παρόμοια με κείνη που έχουν όσοι κατοικούν στον ουρανό.
Είναι ο γενναίος σύντροφος που σώζει το φίλο του αν παραστεί ανάγκη».
Κι ο Γκιλγκαμές είπε στη μάνα του: «Τον κλήρο μου τον έριξες θα γίνει
δικός μου σύντροφος».
Και τώρα η πόρνη είπε στον Ενκιντού: «Οταν σε κοιτάζω μου
φαίνεται πώς έγινες θεός. Γιατί πια δεν ποθείς να ξαναγυρίσεις άγριος με τα
άγρια ζώα στο βουνό. Σήκω, λοιπόν, από τη γη που είναι κρεβάτι του
τσοπάνη».
Κι εκείνος άκουσε προσεκτικά τα λόγια της. Η συμβουλή που
τούδωσε ήταν καλή. Μοίρασε τα ρούχα της στα δυο. Με τα μισά έντυσε τον
Ενκιντού και με τα αλλά μισά ντύθηκε η ίδια. Και κρατώντας τον από το χέρι
τον οδήγησε σαν μητέρα στο μαντρί και στα λιβάδια όπου βόσκουν
κοπάδια. Και κει μαζεύτηκαν γύρω του όλοι οι τσοπάνηδες για να τον δουν,
απλώνοντας του μπροστά του ψωμί. Αλλά ο Ενκιντού μονάχα γάλα από τα
άγρια ζώα μπορούσε να πιει. Πασπάτεψε το ψωμί, χασμουρήθηκε και
στάθηκε αβέβαιος για το τι έπρεπε να κάνει ή για το πως έπρεπε να φάει το
ψωμί και να πιει το δυνατό κρασί. Και τότε η γυναίκα είπε: «Ενκιντού, φάγε
ψωμί. Είναι η ουσία της ζωής και πιες και κρασί, γιατί αυτή είναι η συνήθεια
του τόπου». Και τότε έφαγε μέχρι που χόρτασε και ήπιε δυνατό κρασί, εφτά
γεμάτα κύπελλα. Εγινε εύθυμος η καρδιά του πλημμύρισε από χαρά και
έλαμψε το πρόσωπο του. Εκοψε τις τρίχες από το σώμα του και το άλειψε
με λάδι. Ο Ενκιντού έγινε άνθρωπος. Και μόλις τον ντύσανε με αντρίκεια
ρούχα παρουσιάστηκε σαν γαμπρός. Πήρε και όπλα για να κυνηγάει το
λιοντάρι, έτσι που οι τσοπάνηδες μπορούσαν να κοιμούνται τη νύχτα.
Επιασε λύκους και λιοντάρια και οι τσοπάνηδες βρήκαν την ησυχία τους.
Γιατί ο Ενκιντού, ο δυνατός άνθρωπος, που αντίπαλος του δεν υπάρχει
επαγρυπνούσε.
Ζούσε ευχαριστημένος με τους τσοπάνηδες μέχρι την ημέρα που
καθώς σήκωσε τα μάτια του είδε να πλησιάζει κάποιος άνθρωπος. Και είπε
στην πόρνη: «Γυναίκα, φώναξε αυτόν τον άνθρωπο να έρθει εδώ. Τί θέλει
εδώ; Θέλω να μάθω το όνομά του». Και κείνη πήγε και προσφώνησε τον
άνθρωπο με τούτα τα λόγια: «'Αρχοντα για που πηγαίνετε και κάνετε τόσο
κουραστικό ταξίδι;» Κι ο άνθρωπος απάντησε στον Ενκιντού: «Ο
Γκιλγκαμές μπήκε στον οίκο της Συνέλευσης που δικαιωματικά ανήκει στο
λαό. Ολοι μαζεύτηκαν εκεί προειδοποιημένοι από τους ήχους των
τυμπάνων για να εκλέξουν τη νύφη, αλλά ο Γκιλγκαμές τους χλευάζει.
Παράξενα πράγματα κάνει στην Ουρούκ. Γυρεύει αυτός να πάει πρώτος με
τη νύφη, ο βασιλιάς να πηγαίνει πρώτος κι ύστερα να ακολουθεί ο σύζυγος,
γιατί αυτό τον διέταξαν οι θεοί στη γέννησή του από τότε που κόπηκε ο
ομφάλιος λώρος του. Αλλά τώρα άκουσε, τα τύμπανα ηχούν, για την
εκλογή της νύφης και η πόλη στενάζει βαθειά». Στα λόγια αυτά ο Ενκιντού
γύρισε με κάτασπρο το πρόσωπο: «Θα πάω στο μέρος απ' όπου ο
Γκιλγκαμές κυριαρχεί πάνω στο λαό, θα τον προσκαλέσω σε πάλη και θα
βροντοφωνήσω σ' όλη την Ουρούκ: Ηρθα ν' αλλάξω την παλιά τάξη γιατ'
είμαι ο πιο δυνατός εδώ».
Και τώρα ο Ενκιντού προχώρησε μπροστά και η γυναίκα
ακολουθούσε από πίσω. Και μπήκε στην Ουρούκ, σε κείνη τη μεγάλη
αγορά. Και όλο το πλήθος συγκεντρώθηκε γύρω από το σημείο που
στάθηκε μέσα στο δρόμο της Ουρούκ, με τα ισχυρά τείχη. Οι άνθρωποι
σπρώχνονταν μέσα στο δρόμο. Κι όπως μιλούσαν γι' αυτόν, έλεγαν: «Είναι
φτυστός ο Γκιλγκαμές». «Είναι κοντότερος». «Είναι αυτός που μεγάλωσε
πίνοντας γάλα από άγρια θηρία. Είναι η πιο μεγάλη δύναμη». Οι άνθρωποι
χάρηκαν: «Τώρα ο Γκιλγκαμές θα βρει τον δάσκαλό του». «Τούτος ο
μεγάλος, τούτος ο ήρωας, που η ομορφιά του είναι σαν των θεών, θα γίνει
δάσκαλος ακόμα και στο Γκιλγκαμές».
Στην Ουρούκ το νυφικό κρεβάτι ήταν έτοιμο έτσι που ταίριαζε στη θεά
του έρωτα. Η νύφη περίμενε το γαμπρό, αλλά τη νύχτα ο Γκιλγκαμές την
άρπαξε και την πήγε στο σπίτι. Και τότε ο Εντκιντού προχώρησε μπροστά
και ανταμώθηκαν με τον Γκιλγκαμές, έξω από την εξώπορτα. Ο Εντκιντού
άπλωσε τα πόδια του κι εμπόδισε το Γκιλγκαμές να περάσει στο σπίτι. Κι
έτσι αρπάχτηκαν στα χέρια και πάλευαν σαν ταύροι. Εσπασαν τους
παραστάτες της πόρτας κι ο τοίχος σείστηκε. Ρουθούνιζαν και κοιτάζονταν
σαν ταύροι. Κομμάτιασαν τα πορτόξυλα κι ο τοίχος ξανασείστηκε. Ο
Γκιλγκαμές λύγισε το γόνατο, στηρίχτηκε καλά στη γη και με μια στροφή
έριξε κάτω τον Ενκιντού. Και τότε η μανία του κόπασε ξαφνικά. Κι όταν ο
Ενκιντού έπεσε είπε στον Γκιλγκαμές .«Αλλος όμοιος στον κόσμο δεν
υπάρχει. Η Νινσούν που είναι δυνατή σαν άγριο βόδι στο βουστάσι, είναι ή
μάνα που σε γέννησε και υψώθηκες έτσι πάνω από τους ανθρώπους και ο
Ενλίλ σου έδωσε τη βασιλεία, γιατί η δύναμη σου ξεπερνάει τη δύναμη των
ανθρώπων». Και τότε ο Ενκιντού και ο Γκιλγκαμές αγκαλιάστηκαν. Ετσι
σφραγίστηκε η φιλία τους.



2. ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ
Ο Ενλίλ των βουνών, ο πατέρας των θεών, καθόρισε την τύχη του
Γκιλγκαμές. Κι ο Γκιλγκαμές ονειρεύτηκε και ο Ενκιντού είπε: "Το νόημα του
ονείρου είναι αυτό. Ο πατέρας των θεών σου έδωσε τη βασιλεία, αυτή είναι
η μοίρα σου, αλλά η μοίρα σου δεν θα σου δώσει και την αιώνια ζωή. Mα
μη λυπάσαι γι' αυτό, μαράζι να μην βάλεις στην καρδιά, ούτε και να
υποφέρεις. Σου έδωσε δύναμη να δένεις και να λύνεις, να γίνεις το σκοτάδι
και το φώς της ανθρωπότητας. Σου έχει δώσει υπεροχή πάνω στο λαό,
που όμοια δεν υπήρξε ποτέ, νίκες στις μάχες τέτοιες που κανένας δεν
γλυτώνει και νίκες στις επιδρομές και στις έφοδες, απ΄ όπου κανένας δεν
ελπίζει να γυρίσει. Μα μην κάνεις κατάχρηση αυτής της δύναμης, να είσαι
δίκαιος με τους υπηρέτες σου στο παλάτι και δίκαιος να σταθής μπροστά
στο Σαμάς".
Κι ο άρχοντας Γκιλγκαμές έστρεψε τη σκέψη του προς τη χώρα της
Ζωής. Και σκέφτηκε τη χώρα των Κέδρων ο άρχοντας ο Γκιλγκαμές. Και
είπε στον υπηρέτη του τον Ενκιντού. /εν έχω αποτυπώσει το όνομά μου σε
κεραμίδι, έτσι όπως το όρισε η τύχη μου. Γι΄ αυτό και θα πάω στη χώρα
που κόβονται τα κέδρα. Θα γράψω το όνομά μου στο μέρος όπου γράφουν
τα ονόματά τους οι δοξασμένοι άνθρωποι κι όπου δεν γράφτηκε ακόμα
ανθρώπινο όνομα, μνημείο θα υψώσω στους θεούς". Του Ενκιντού τα
μάτια πλημμύρισαν δάκρυα και ένοιωσε πόνο στην καρδιά. Η ματιά του
έγινε θολή. Κι ο Γκιλγκαμές που συνέλαβε τη ματιά του, του είπε: "Φίλε μου,
γιατί το βλέμμα σου είναι τόσο θολό;". Κι ο Ενκιντού άνοιξε το στόμα του
και είπε: "Είμαι αδύνατος, τα χέρια μου χάσανε τη δύναμή τους και η
κραυγή της λύπης με πνίγει στο λαιμό. Γιατί να δώσεις την καρδιά σου σ΄
ένα τέτοιο εγχείρημα;". Κι ο Γκιλγκαμές απάντησε στον Ενκιντού: "Εξ αιτίας
του κακού δαίμονα, που είναι σ΄ αυτή τη χώρα, θα πάμε στο δάσος για να
καταστρέψουμε το κακό. Μέσα στο δάσος ζεί ο Χουμπαμπά, που το όνομά
του σημαίνει "Παμέγιστος", γίγαντας τρομερός". Κι ο Ενκιντού βαθειά
στέναξε και είπε: "Tότε που ζούσα ακόμα με τα άγρια ζώα και τριγυρνούσα
στην ερημιά, είχα ανακαλύψει το δάσος. Το μήκος του είναι δέκα χιλιάδες
λεύγες προς κάθε κατεύθυνση. Ο Ενλίλ έχει ορίσει φύλακα του δάσους το
Χουμπαμπά και τον οποίο όπλισε με τους εφτά τρόμους, κι έγινε ο
Χουμπαμπά ο τρόμος κάθε σάρκας. Οταν βρυχιέται μοιάζει με χείμαρρο
κατεβασμένο, το χνώτο είναι σαν τη φωτιά και οι μασέλες του είναι ο ίδιος ο
θάνατος. Και φυλάει τόσο καλά τα κέδρα που και δαμάλα αν ταραχθεί μέσα
στο δάσος κι εξήντα λεύγες μακρυά, θα το ακούσει. Ποιός άνθρωπος είναι
δυνατό να πάει από μόνος του στη χώρα αυτή να περπατήσει και να την
εξερευνήσει σε βάθος; Σου λέω πώς όποιος πλησιάσει προς τα κεί
παραλύουν οι δυνάμεις του. Η πάλη με το Χουμπαμπά με καμμιά άλλη δεν
μπορεί να παραβληθεί. Είναι πολύ δυνατός πολεμιστής, Γκιλγκαμές. Κι ο
ύπνος ποτέ δεν πιάνει το παρατήριό του".
Κι ο Γκιλγκαμές αποκρίθηκε: "Που βρίσκεται ο άνθρωπος που θα
μπορέσει να αναρριχηθεί στους ουρανούς; Μόνο οι θεοί ζούνε για πάντα με
τον ένδοξο Σαμάς. Και όσο για μας, τους ανθρώπους, οι μέρες μας είναι
μετρημένες και μια πνοή ανέμου είναι οι απασχολήσεις μας. Οπως κι αν
είναι, τρόμαξες κιόλας! Εγώ θα πάω πρώτος, παρόλο που είμαι άρχοντάς
σου και θα έπρεπε να προχωράς εσύ και να μου λές: Προχώρησε, τίποτα
για να φοβηθείς δεν υπάρχει! Κι αν πέσω θ΄ αφήσω πίσω μου αθάνατο το
όνομά μου. Οι άνθρωποι θα λένε: Ο Γκιλγκαμές έπεσε σε σύγκρουση με
τον άγριο Χουμπαμπά. Πολύ μετά, όταν στο σπίτι μου θα γεννιέται παιδί,
θα του διηγούνται και θα με θυμούνται". Κι ο Ενκιντού ξαναμίλησε στο
Γκιλγκαμές: ", άρχοντά μου, αν θες να μπείς στη χώρα αυτή, πήγαινε
πρώτα στον ήρωα Σαμάς και πέστο στο θεό Ηλιο, γιατί δική του είναι η
χώρα αυτή. Η χώρα όπου κόβονται τα κέδρα ανήκει στο Σαμάς".
Κι ο Γκιλγκαμές πήρε ένα κάτασπρο, χωρίς άλλο σημάδι κατσικάκι, κι
ένα μαύρο. Τα πήρε στην αγκαλιά του και τα έφερε μπροστά στον Ηλιο.
Πήρε στο χέρι του το ασημένιο σκήπτρο του και είπε στον ένδοξο Σαμάς:
"Θα πάω, ώ Σαμάς, στη χώρα αυτή, θα πάω. Σε ικετεύω βοήθησέ με να
πάνε όλα καλά και να γυρίσω πάλι στις αποβάθρες της Ουρούκ. Μεγάλε
θεέ, την προστασία σου γυρεύω και κάνε να βγούνε σε καλό οι οιωνοί!". Κι
ο ένδοξος Σαμάς αποκρίθηκε: "Γκιλγκαμές, είσαι δυνατός, αλλά τι σημαίνει
για σένα η χώρα της Ζωής;" " Σαμάς, άκουσέ με, άκουσέ με Σαμάς,
άφησε τη φωνή μου ν΄ ακουστεί. Εδώ στην πόλη ο άνθρωπος πεθαίνει από
βαρειά κατάθλιψη, ο άνθρωπος χάνεται με την απελπισία στην καρδιά.
Κοίταξα πάνω από τα τείχη και είδα σώματα να πλέουν στο ποτάμι. Κι αυτή
θα είναι και η δική μου τύχη. Στ΄ αληθινά και τούτο το γνωρίζω καλά, αφού
κι ο πιό ψηλός απ΄ τους ανθρώπους δεν θα μπορέσει για να φτάσει στον
ουρανό κι ο πιό τρανός δεν θα μπορέσει με τη γή να αντιπαραβληθεί.
Λοιπόν θα μπώ σ΄ αυτή τη χώρα, γιατί ακόμα δεν αποκατάστησα το όνομά
μου σε κεραμίδι ψημένο, όπως ορίζει η μοίρα μου. Θα πάω λοιπόν στη
χώρα όπου κόβουν τα κέδρα. Θα βάλω το όνομά μου εκεί που έγραψαν τα
ονόματα των ενδόξων ανθρώπων. Κι όπου δεν γράφτηκε ανθρώπου
όνομα, μνημείο θα υψώσω στους Θεούς". Τα μάτια του πλημμύρισαν με
δάκρυα και συνέχισε: "/υστυχώς είναι μεγάλο το ταξίδι που πρέπει για να
κάνω προκειμένου να φτάσω στη χώρα του Χουμπαμπά. Αν δεν πρόκειται
να πετύχω σ΄ αυτήν την επιχείρηση, τότε, γιατί Σαμάς, μου έδωσες αυτή
την ακόρεστη επιθυμία να θέλω να το επιχειρήσω; Και πώς είναι δυνατό να
πετύχω αν δεν με βοηθήσεις; Αν πεθάνω σ΄ αυτή τη χώρα, θα πεθάνω
χωρίς μνησικακία. Μα αν θα επιστρέψω θα κάνω μια ένδοξη προσφορά και
έναν ύμνο στο Σαμάς".
Κι έτσι ο Σαμάς δέχτηκε την προσφορά των δακρύων του. Και σαν
τον συμπονετικό άνθρωπο του έδειξε συγνώμη. Και υπέδειξε στο
Γκιλγκαμές ισχυρούς συμμάχους παιδιά μιας μάνας και τα τοποθέτησε σε
σπηλιές του βουνού. Ο μεγάλος άνεμος υπέδειξε: το βοριά, τον
ανεμοστρόβιλο, τη θύελλα και την παγωνιά, τη θύελλα και το λίβα. Σαν την
οχιά, σαν τους δράκοντες, σαν την πυρκαγιά, σαν το φίδι που παγώνει την
καρδιά, σαν τον καταστροφικό κατακλυσμό και σαν τα φλεγόμενα δίκρανα,
έτσι έμοιαζαν οι σύμμαχοί του, και χάρηκε ο Γκιλγκαμές. Πήγε στο χαλκιά
και του είπε: "Θα δώσω εντολές στους οπλοποιούς. Θα τους βάλουμε να
χύσουν τα όπλα μας κι εμείς θα τους επιτηρούμε". Και έδωσαν εντολή
στους οπλοποιούς. Και οι μαστόροι κάθισαν κάτω και συζήτησαν. Και
πήγαν στο άλσος του κάμπου και κόψανε ιτιές και σιδερόξυλα. Και χύσανε
γι΄ αυτούς τσεκούρια, βάρους εννιά λιβρών. Και ξίφη μεγάλα έχυσαν με
λάμπες έξι λίβρες η κάθε μιά και με λαβές και θήκες από τριάντα λίβρες. Και
χύσαν για το Γκιλγκαμές το τσεκούρι: η "/ύναμη των Ηρώων" και τον
εφοδίασαν με τόξο Ανσάμ. Κι οπλίστηκε ο Γκιλγκαμές κι ο Ενκιντού μαζί.
Και το βάρος των όπλων που έφερναν ήταν τριάντα λίβρες. Μαζεύτηκε ο
λαός κι οι συμβουλάτορες στους δρόμους και στην αγορά της Ουρούκ.
Ηρθαν από την πόλη με τα εφτά μάνταλα. Ο Γκιλγκαμές μίλησε στην
αγορά: "Εγώ ο Γκιλγκαμές πάω να δώ εκείνο το πλάσμα, για το οποίο τόσα
και τόσα λέγονται και που η φήμη του ονόματός του γεμίζει όλο τον κόσμο.
Θα τον κατανικήσω μέσα στο ίδιο του το δάσος, στο δάσος των κέδρων και
θα του δείξω τη δύναμη των παιδιών της Ουρούκ κι όλος ο κόσμος θα το
μάθει. Ανάλαβα αυτήν την επιχείρηση: να σκαρφαλώσω στο βουνό, κέδρα
να κόψω και πίσω μου ν΄ αφήσω αθάνατο όνομα". Οι συμβουλάτορες της
Ουρούκ, της μεγάλης αγοράς του αποκρίθηκαν: "Γκιλγκαμές, είσαι νέος, το
θάρρος σου σε πάει πολύ μακρυά, και δεν μπορεί να λογαριάσεις τι
σημαίνει αυτή η επιχείρηση. Εχουμε ακούσει ότι ο Χουμπαμπά δεν είναι
από τους θνητούς ανθρώπους. Τα όπλα του είναι τέτοια που δεν μπορεί να
τους αντισταθεί κανένας. Το δάσος απλώνεται σε έκταση δέκα χιλιάδες
λεύγες γύρω - γύρω πρός κάθε κατεύθυνση. Ποιός τολμάει να πάει να
ερευνήσει τέτοιο βάθος; Οσο για το Χουμπαμπά όταν βρουχιέται μοιάζει με
χείμαρρο κατεβασμένο, το χνώτο του είναι φωτιά και οι μασέλες του είναι
ίδιες ο θάνατος. Γιατί σε έπιασε μεγάλη επιθυμία να κάνεις τέτοιο πράγμα
Γκιλγκαμές; Οταν κανείς παλεύει με το Χουμπαμπά, πάλη που να της
μοιάζει δεν υπάρχει".
Και ο Γκιλγκαμές σαν άκουσε τούτα τα λόγια των συμβουλατόρων
του, κοίταξε το φίλο του και γέλασε: "Τι πρέπει να τους απαντήσω; Πρέπει
να πώ ότι φοβήθηκα το Χουμπαμπά και ότι από δώ και πέρα θα κάτσω στο
σπιτάκι μου;". Κι ύστερα ο Γκιλγκαμές άνοιξε ξανά το στόμα του και είπε
στον Ενκιντού: "Φίλε μου ας πάμε στο Μεγάλο το Παλάτι, στο Εγκαλμάχ και
να σταθούμε μπροστά στη βασίλισσα Νινσούν. Η Νινσούν είναι σοφή, με
βαθειά γνώση και θα μας συμβουλεύσει για το δρόμο που πρέπει να
κάνουμε". Πιάστηκαν από το χέρι και πήγαν μαζί στο Εγκαλμάχ: πήγαν να
σταθούν μπροστά στη μεγάλη βασίλισσα την Νινσούν. Ο Γκιλγκαμές
πλησίασε, μπήκε στο παλάτι και μίλησε στη Νινσούν: "Νινσούν πρέπει να
κάνω ένα μακρινό ταξίδι στη χώρα του Χουμπαμπά. Πρέπει να περάσω
από άγνωστο δρόμο και να κάνω μια αλλόκοτη μάχη. Από την ημέρα που
θα αναχωρήσω, δεν θα επιστρέψω αν δεν φθάσω στο δάσος των Κέδρων
και αν δεν καταστρέψω τον κακό δαίμονα, που τον απεχθάνεται ο Σαμάς.
Γι΄ αυτό παρακάλεσε για μένα το Σαμάς". Η Νινσούν μπήκε στο δωμάτιό
της, φόρεσε ένα ρούχο κομμένο στο σώμα της, φόρεσε και τα κοσμήματά
της, για να κάνει πιό όμορφα τα στήθη της, έβαλε και την τιάρα στο κεφάλι,
ενώ τα ρούχα της σέρνονταν στο δάπεδο. Και έτσι τράβηξε για το βωμό του
ήλιου, που ήταν πάνω στη σκεπή του παλατιού. Εκαψε θυμίαμα και ύψωσε
τα χέρια της προς το Σαμάς καθώς υψωνόταν και ο καπνός: " Σαμάς,
γιατί έδωσες αυτή την ανήσυχη καρδιά στο Γκιλγκαμές, το γιό μου; Πες μου
γιατί το έκανες αυτό: Τον αναστάτωσες και τώρα είναι έτοιμος για ένα
μεγάλο ταξίδι στη χώρα του Χουμπαμπά, θα περάσει από άγνωστο δρόμο
και θα κάνει μια αλλόκοτη μάχη. Γι΄ αυτό και από την ημέρα που θα
ξεκινήσει, μέχρι την ημέρα που θα επιστρέψει κι όταν θα φτάσει στο δάσος
των Κέδρων κι όταν θα σκοτώσει το Χουμπαμπά και θα καταστρέψει αυτό
το δαιμονικό πράγμα, που και συ Σαμάς το απεχθάνεσαι, μην τον
λησμονήσεις. Αλλά άφησε την Αυγή, την Αϋά την αγαπημένη σου νύφη να
σου το θυμίζει πάντα. Κι όταν η ημέρα φεύγει, πέσε στο νυχτοφύλακά σου
να τον φυλάει απ' το κακό". Κι ύστερα η Νινσούν, η μάνα του Γκιλγκαμές,
αφού εξάντλησε το θυμίαμα, κάλεσε τον Ενκιντού που ήξερε τους
εξορκισμούς: "Δυνατέ Ενκιντού, δεν είσαι παιδί από το σώμα μου, αλλά σε
δέχτηκα σαν υιοθετημένο μου γιό. Είσαι το άλλο μου παιδί, σαν τα
παραπεταμένα, που φέρνουν στο ναό. Υπηρέτησε το Γκιλγκαμές, όπως τα
παραπεταμένα παιδιά υπηρετούν με πίστη το ναό, και την ιέρεια που τα
μεγάλωσε. Και το δηλώνων αυτό μπροστά στις γυναίκες μου, στους
αφιερωμένους στο ναό και στους ιεροφάντες". Υστερα σαν επιβεβαίωση,
πέρασε στο λαιμό του το φυλακτό και του είπε: "Σου εμπιστεύομαι το γιό
μου. Να μου τον ξαναφέρεις πίσω ασφαλή".
Και ύστερα τους φέρανε τα όπλα. Τους δώσανε στα χέρια τα μεγάλα
ξίφη με τις χρυσές τις θήκες, τα τόξα και τις φαρέτρες. Ο Γκιλγκαμές πήρε
το τσεκούρι, κρέμασε τη φαρέτρα του και το τόξο του Ανσάν από τον ώμο
και έζωσε στη μέση του το ξίφος. Κι έτσι οπλισμένοι ήταν έτοιμοι για το
ταξίδι. Τώρα γύρω τους στριμώχνονταν ο λαός και τους είπε: "Πότε θα
γυρίσετε στην πόλη;". Οι συμβουλάτορες ευλογούσαν τον Γκιλγκαμές και
τον προειδοποιούσαν: "Να μην έχεις τόση εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου,
να είσαι προσεκτικός και συγκρατημένος στα πρώτα σου κτυπήματα.
Εκείνος που πάει μπροστά προστατεύει το σύντροφό του. Ο καλός οδηγός
που γνωρίζει το μέρος θα προστατεύει το φίλο του. Να αφήνεις μπροστά
τον Ενκιντού, γιατί αυτός γνωρίζει το δρόμο προς το δάσος. Ο Ενκιντού
έχει δεί το Χουμπαμπά και ξέρει πώς πολεμάει. Αφησε τον Ενκιντού
πρώτον να περάσει στο στενό και βάλε τον να παρακολουθεί άγρυπνα και
σύ να προσέχεις τον εαυτό σου. Αφησε τον Ενκιντού να προφυλάσσει το
φίλο του και να προσέχει το σύντροφό του και σίγουρα να τον περάσει από
τις παγίδες του δρόμου. Εμείς οι συμβουλάτορες της Ουρούκ
εμπιστευόμαστε το βασιλιά μας σε σένα, ώ Ενκιντού. Να μας τον
ξαναφέρεις σώον". Κι ύστερα γύρισαν στο Γκιλγκαμές και του ξαναείπαν:
"Μακάρι ο Σαμάς τον πόθο της καρδιάς σου να τον εισακούσει. Ας κάνει να
δείτε με τα μάτια σας τελειωμένο το πράγμα που είπανε τα χείλη σου. Ας
σας ανοίγει το δρόμο εκεί που θα έχετε παγιδευτεί και δρόμο που τα
βήματά σας να σηκώνει. Ας κάνει να ανοίξουν τα βουνά, για να περάσετε.
Κι η νύχτα τη δικιά της ευλογία να σας φέρει. Κι ο Λουγκουλμπάντα, ο
φύλακας θεός σας να σας παρασταθεί στη νίκη. Στη μάχη να κερδίσετε τη
νίκη, σαν με παιδί για να παλεύατε. Πλύνε τα πόδια σου στο ποτάμι του
Χουμπαμπά που πρέπει να το περάσετε. Το βράδυ να ανοίγετε πηγάδι και
καθαρό νερό να κουβαλάτε στο ασκί. Να προσφέρεις στο Σαμάς κρύο νερό
και ποτέ να μην ξεχάσεις το Λουγκουλμπάντα".
Κι ο Ενκιντού, άνοιξε τότε το στόμα του και είπε: "Μπροστά δεν είναι
τίποτα να φοβηθείς. Ακολούθησέ με γιατί εγώ γνωρίζω το μέρος που ζεί ο
Χουμπαμπά, καθώς και τους δρόμους που περπατάει. Οι συμβουλάτορες
πίσω να γυρίσουν. /εν υπάρχει λόγος να φοβούνται". Οταν οι
συμβουλάτορες το άκουσαν, ξεπροβοδίσανε τον ήρωα στο δρόμο του: "Στο
καλό Γκιλγκαμές και ο φύλακας θεός σου να σε προστατεύει στο δρόμο
σου και γερό να σε ξαναφέρει στην αποβάθρα της Ουρούκ".
Ύστερα από είκοσι λεύγες η ταχύτητα έσπασε. Κι ύστερα από τριάντα
άλλες λεύγες σταμάτησαν να διανυκτερεύουν. Πενήντα λεύγες διέτρεξαν σε
μια μέρα. Σε τρεις ημέρες περπάτησαν δρόμο ενός μηνός και δυό
βδομάδων. Πέρασαν εφτά βουνά πριν να φτάσουν στην πύλη του δάσους.
Κι όταν έφτασαν έμειναν κατάπληκτοι. Δεν είχαν ακόμα δεί τον κεδροπύργο,
αλλά το ξύλο της πόρτας το θαύμασαν πάρα πολύ. Το ύψος της
ήταν εβδομήντα δυό κυβικά και το φάρδος της είκοσι τέσσερα κυβικά. Το
στήριγμά της, ο κρίκος της κι οι παραστάτες της ήταν τέλεια. Τα είχαν
φτιάξει τεχνίτες της Νιππούρ, της ιερής της πόλης του Ενλίλ. Και τότε ο
Ενκιντού φώναξε: "Ώ Γκιλγκαμές, θυμήσου τώρα τις καυχησιές σου στην
Ουρούκ. Εμπρός λοιπόν, χτύπησε παιδί της Ουρούκ, δεν πρέπει να
φοβάσαι". Οταν άκουσε τούτα τα λόγια ξαναβρήκε το θάρρος του και είπε:
"Μην χάνεις καιρό. Γρήγορα. Και αν ο παρατηρητής είναι εδώ μην τον
αφήνεις να σου ξεφύγει στο δάσος όπου θα τον χάσουμε. Εχει φορέσει
έναν από τους οπλισμένους του θώρακες, αλλά όχι ακόμα και τους άλλους
έξη. Πρέπει να τον πιάσουν πρίν να οπλισθεί". Κι αυτός σαν αφηνιασμένος
άγριος ταύρος ρουθούνιζε στο έδαφος. Και ο παρατηρητής του δάσους
στριφογύρισε απειλητικός και φώναζε μ΄ όλη του τη δύναμη. Κι ο
Χουμπαμπά σα δυνατός ταύρος τόσκασε μέσα στο δάσος και κλείστικε στο
κεδρικό του σπίτι.
Τότε ο Ενκιντού πήγε στην πόρτα. Η ομορφιά της ήταν τέτοια που
δεν μπορούσε να σηκώσει το τσεκούρι του να την καταστρέψει, αλλά
έσπρωξε και την άνοιξε. Και τότε ο Ενκιντού φώναξε δυνατά στο
Γκιλγκαμές: "Μην προχωράς μέσα στο δάσος. Την ώρα που άνοιγα την
πόρτα παρέλυσε το χέρι μου". Ο Γκιλγκαμές του αποκρίθηκε: "Αγαπημένε
μου φίλε μη μιλάς σα να δείλιασες. Περάσαμε τόσους κινδύνους και
ταξιδέψαμε πολύ, θέλεις να γυρίσουμε πίσω; Εσύ που έχεις δοκιμασθεί σε
πολέμους και μάχες στάσου δίπλα μου και πιά δεν θα νοιώσεις το φόβο
του θανάτου. Ελα πίσω μου και η αδυναμία σου θα εξαφανισθεί και η
τρεμούλα θα φύγει από τα χέρια σου. Μήπως ο φίλος μου προτιμάει να
μείνει πίσω; Οχι, θα προχωρήσουμε μαζί προς το κέντρο του δάσους.
Ξαναβρέσε το θάρρος σου στη σκέψη της μάχης που πλησιάζει. Ξέχασε το
θάνατο και ακολούθησέ με σαν άνθρωπος αποφασιστικός στην πράξη,
αλλά που δεν είναι και πολύ τρελλός. Οταν δυό προχωρούν μαζί, ο
καθένας προστατεύει τον εαυτό του και καλύπτει και το φίλο του. Και αν
πέσουν θα αφήσουν αθάνατο όνομα".
Διάβηκαν μαζί την πύλη και μπήκαν στο πράσινο βουνό. Κι εκεί
σταμάτησαν σιωπηλοί, η φωνή τους κόπηκε και σιωπηλοί κοίτταξαν το
δάσος. Κοίτταξαν το ύψος των κέδρων και ξεχώρισαν το δρόμο του
δάσους, όπου συνήθιζε να περπατάει ο Χουμπαμπά. Ο δρόμος ήταν
πλατύς και ευκολοπάτητος. Κοίταξαν προσεκτικά το δάσος των Κέδρων,
την κατοικία των θεών και το θρόνο της Ιστάρ. Το πιό ψηλό κέδρο
υψωνόταν μπροστά στο βουνό. Η σκιά του ήταν ωραία. Χάριζε μεγάλη
άνεση. Το δάσος και το ξέφωτο ήσαν καταπράσινα από θάμνους. Εκεί ο
Γκιλγκαμές έσκαψε ένα πηγάδι πρίν να δύσει ο ήλιος. Πήγε στο βουνό και
σκόρπισε στο έδαφος καλή τροφή και είπε: "¨ βουνό, κατοικία των Θεών,
στείλε μου ευνοϊκό όνειρο". Και ύστερα πιάστηκαν από το χέρι να
κοιμηθούν. Κι ο ύπνος που κυλάει αντάμα με τη νύχτα, τους τύλιξε και τους
δυό. Ο Γκιλγκαμές ονειρεύτηκε, στα μέσα της νύχτας ο ύπνος τον
εγκατέλειψε και διηγήθηκε το όνειρό του στο φίλο του: "Ενκιντού, ποιός
άλλος εκτός από σένα μπορούσε να με ξυπνήσει; Φίλε μου είδα ένα όνειρο.
Στεκόμαστε σ΄ ένα στενό διάσελο του βουνού και ξαφνικά το βουνό
σωριάστηκε κάτω. Εμείς οι δυό μοιάζαμε σαν τις πιό μικρές μυίγες του
βάλτου. Σ' ένα δεύτερό μου όνειρο, το βουνό ξανάπεσε και χτύπησε στο
πόδι μου. Και το χώμα πλάκωσε το πόδι μου. Κι ύστερα είρθε μια
ανυπόφορη λάμψη φωτός που ξεχύνονταν από μια δυνατή φλόγα. Και κεί
φάνηκε κάτι που η χάρη του και η ομορφιά του ξεπερνούσε την ομορφιά
αυτού του κόσμου. Κι αυτό το κάτι με πέταξε πέρα από το βουνό, μου
έδωσε να πιώ νερό και η καρδιά μου συνήλθε, κι ύστερα μου ξαναστήριξε
τα πόδια μου στο χώμα".
Και τότε ο Ενκιντού, το παιδί των κάμπων, μου είπε: "Ας κατεβούμε
απ' το βουνό, να συζητήσουμε μαζί αυτό το πράγμα". Κι ο νεαρός θεός
είπε στο Γκιλγκαμές: "Το όνειρό σου είναι καλό, το όνειρό σου είναι
υπέροχο, το βουνό που είδες είναι ο Χουμπαμπά. Και τώρα στα σίγουρα
θα τον πιάσουμε και θα τον σκοτώσουμε. Και θα ξαπλώσουμε κάτω το
σώμα του, όπως και το βουνό έγινε επίπεδο". Την επομένη ημέρα ύστερα
από πορεία είκοσι λεύγες, η ταχύτητά μας κόπηκε. Και ύστερα από άλλες
είκοσι λεύγες πορεία σταμάτησαν να ξενυχτήσουν. Εσκαψαν πηγάδι πρίν
να δύσει ο ήλιος κι ο Γκιλγκαμές ανέβηκε στο βουνό. Σκόρπισε παντού
ωραία φαγητά και είπε: "Ε βουνό κατοικία των Θεών, στείλε ένα όνειρο
στον Ενκιντού, κι ας είναι ευνοϊκό το όνειρό του". Και έστειλε το βουνό
όνειρο στον Ενκιντού, κι ήταν ευοίωνο το όνειρο. Ψυχρή και άγρια βροχή
τον έδειρε και ζάρωσε απ΄ το φόβο, όπως η βρώμη του βουνού, όταν τη
δέρνει θύελλα βροχής. Αλλά ο Γκιλγκαμές κάθισε με το πηγούνι του στα
γόνατά του, μέχρι που τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος που απλώνεται πάνω
απ΄ όλη την ανθρωπότητα. Κατά τα μεσάνυχτα ο ύπνος τον εγκατέλειψε.
Σηκώθηκε και είπε στο φίλο του: "Με φώναξες; Αν όχι, τότε γιατί ξύπνησα;
Με σκούντησες; Αν όχι, τότε γιατί τρόμαξα; Μήπως πέρασε από δώ
κανένας Θεός; Τα πόδια μου έχουν παραλύσει από φόβο. Φίλε μου είδα
ένα τρίτο όνειρο. Κι αυτό το τρίτο ήταν ολοκληρωτικά τρομακτικό.
Βρουχιόντουσαν οι ουρανοί κι αντιβρουχιότανε η γή. Το Φώς της ημέρας
χάθηκε. Σκοτάδια πέσανε παντού. Φώτα αστραπόσβηναν. Φλόγες
ξεπετάγονταν. Τα σύννεφα χαμήλωσαν πολύ και έβρεχαν θάνατο. Υστερα
η λαμπρότητα χάθηκε. Η φωτιά έσβησε. Κι όλα έγιναν στάχτες, που
έπεφταν γύρω μας. Ας κατεβούμε απ' το βουνό να το συζητήσουμε και να
αποφασίσουμε τι πρέπει για να κάνουμε".
Οταν κατέβηκαν από το βουνό ο Γκιλγκαμές άρπαξε το τσεκούρι στα
χέρια του και έκανε να πέσει το κέδρο. Οταν ο Χουμπαμπά άκουσε το
θόρυβο εκεί κάτω λύσσαξε από το θυμό του και φώναξε δυνατά: "Ποιός είν΄
αυτός που παραβίασε το δάσος μου και έκοψε τον κέδρο μου;". Αλλά ο
ένδοξος Σαμάς τους φώναξε από τον ουρανό: "Προχωρείστε και μη
φοβόσαστε!". Κι όμως τώρα ο Γκιλγκαμές είχε τσακισθεί από την αδυναμία
κι ο ύπνος τον άρπαξε αμέσως. Ενας βαθύς ύπνος τον κρατούσε.
Ξάπλωσε στο έδαφος και τεντώθηκε άφωνος, σα να έβλεπε όνειρο. Οταν
τον σκούντηξε ο Ενκιντού δεν σηκώθηκε. Κι όταν του μίλησε δεν
αποκρίθηκε: "Ώ Γκιλγκαμές, άρχοντα του κάμπου της Κουλάμπ, ο κόσμος
σκοτείνιασε, οι σκιές απλώθηκαν παντού, έφτασε το φως του απόβραδου.
Ο Σαμάς έφυγε. Το φωτεινό του κεφάλι έχει γείρει στα στήθη της μάνας του
Νινγκάλ. Ώ Γκιλγκαμές, πόσο θα κοιμάσαι και σύ σαν αυτόν; /εν πρέπει να
ανεχθείς να δεις τη μάνα που σε γέννησε να θρηνεί μέσα στης πόλης τις
πλατείες".
Επί τέλους ο Γκιλγκαμές τον άκουσε. Φόρεσε τον θώρακά του "η
φωνή των Ηρώων", που ζύγιζε τριάντα σίκλος. Και τον φόρεσε θαρρείς και
ήταν ανάλαφρος, σαν το ρούχο που φοράμαι. Ο θώρακας τον κάλυψε πέρα
για πέρα. Πατούσε σαν ταύρος που ρουθουνίζει στη γή και τρίζει τα δόντια
του. "Στη ζωή της μάνας μου Νινσούν και στη ζωή του πατέρα μου, του
θεϊκού Λουγκουλμπάντα, άφησέ με να ζήσω να με θαυμάσει η μάνα μου,
όπως και τότε που με θήλαζε στην ποδιά της". Και μια δεύτερη φορά
ξαναείπε: "Στη ζωή της μάνας μου Νινσούν, που με γέννησε και στη ζωή
του πατέρα μου του θεϊκού Λουγκουλμπάντα βοήθησέ με να νικήσω αυτόν
τον άνθρωπο, αυτό το θεό αν είναι θεός και ο δρόμος που πήρα για τη
Χώρα της Ζωής να με ξαναπάει πίσω στην πόλη μου". Και τότε ο Ενκιντού,
ο πιστός σύντροφος, συνηγορώντας του αποκρίθηκε: "Αρχοντά μου, δεν
γνωρίζεις αυτό το τέρας και γι΄ αυτό δεν νοιώθεις τρόμο. Εγώ που το
γνωρίζω τρομάζω. Τα δόντια του είναι σαν τα δηλητηριώδη δόντια του
δράκοντα, το θάρρος του μοιάζει με το θάρρος λεονταριού, η ορμή του
μοιάζει με πλημμύρα, με το βλέμμα του συντρίβει το δέντρο του δάσους
σαν καλάμι του βάλτου. άρχοντά μου, μπορείς να προχωρήσεις μέσα
στο δάσος αν έτσι αποφάσισες. Εγώ θα ξαναπάω στην πόλη και θα πώ
στην κυρία, τη μάνα σου όλα σου τα ένδοξα κατορθώματα, μέχρι που να
ξεφωνήσει από χαρά. Κι ύστερα θα της πώ το θάνατο που ακολούθησε
μέχρι να κλάψει όσο πιό πικρά μπορεί να γίνει". Αλλά ο Γκιλγκαμές είπε:
"Οι θυσίες και οι προσφορές δεν είναι ακόμα για μένα. Το πλοίο των
νεκρών δεν είναι νάρθει ακόμα, ούτε και το τριπλό το σάβανο που θα με
τυλήξει δεν κόπηκε ακόμα. Ούτε είρθε η ώρα για να ανάψει η πυρά μου,
ενώ στην κατοικία μου εξακολουθεί να καίει η φωτιά. Σήμερα δώσε μου
βοήθεια, και θάχεις τη δική μου. Μπορεί να υπάρξει λάθος ανάμεσά μας;
Ολα τα ζωντανά πλάσματα που γεννήθηκαν από σάρκα θα κάτσουν
κάποτε στο πλοίο της /ύσης. Κι όταν αυτό βυθίσει, όταν το πλοίο Μάξιλουμ
θα βυθιστεί χάνονται κι αυτά. Αλλά εμείς θα προχωρήσουμε μπροστά και
θα καρφώσουμε το βλέμμα μας σ΄ αυτό το τέρας. Αν η καρδιά σου είναι
φοβισμένη, διώξε τον φόβο, κι αν έχει τρόμο, διώξε τον τρόμο. Πάρε στα
χέρια σου το τσεκούρι και χτύπησε. Οποιος αφήνει μισοτελειωμένη τη μάχη
δεν μπορεί να βρεί ησυχία".
Ο Χουμπαμπά βγήκε από το οχυρό κεδρόσπιτό του. Εγειρε το κεφάλι
του και κούνησε απειλώντας τον Γκιλγκαμές. Και κάρφωσε πάνω του το
μάτι του, το μάτι του θανάτου. Κι ύστερα ο Γκιλγκαμές επικαλέστηκε το
Σαμάς και κύλησαν τα δάκρυά του: "Ώ ένδοξε Σαμάς ακολούθησα το δρόμο
που με συμβούλευσες, αλλά αν τώρα δεν στείλεις βοήθεια πώς θα
γλυτώσω;". Ο ένδοξος Σαμάς άκουσε την προσευχή του και κάλεσε το
μεγάλο άνεμο, το βοριά, τον ανεμοστρόβιλο, τη θύελλα και την παγωνιά, τη
θύελλα και το λίβα. Και είρθαν σαν δράκοντες σαν πυρκαγιά, σαν ερπετά
που κάνει την καρδιά να παγώνει, σαν καταστροφική πλημμύρα και σαν
φλεγόμενα δίκρανα. Οι οκτώ άνεμοι έπεσαν κατά πάνω στο Χουμπαμπά
και του στράβωσαν τα μάτια, τον έκαναν ανάπηρο και ανίκανο να κινηθεί
εμπρός ή πίσω. Ο Γκιλγκαμές φώναξε: "Στη ζωή της Νινσούν της μάνας
μου και του θεϊκού Λουγκουλμπάντα, του πατέρα μου, στη Χώρα της Ζωής
που ανακάλυψα την κατοικία σου, με τα αδύνατά μου μπράτσα και με τα
μικρά μου όπλα, χτύπησα τη Χώρα σου και τώρα θα μπώ και στο σπίτι
σου".
Ετσι έρριξε τον πρώτο κέδρο, έκοψαν τα κλαδιά του και τα πήγαν στη
ρίζα του βουνού. Με το πρώτο χτύπημα ο Χουμπαμπά άστραψε, μα αυτοί
προχώρησαν. Και έρριξαν εφτά κέδρα και έκοψαν και κάνανε δεμάτια τα
κλαδιά τους και τα πήγανε στη ρίζα του βουνού. Και εφτά φορές ο
Χουμπαμπά έχανε τις δυνάμεις του καθώς επέφτανε τα κέδρα. Κι όπως
έσβηνε η έβδομη φλόγα πλησίασαν στη φωλιά του. Η ανάσα του
αντηχούσε σαν ηχηρό φιλί. Πλησίασε σαν ωραίος, άγριος ταύρος που
πιάνεται με θηλιά στο βουνό ή σαν πολεμιστής δεμένος πισθάγκωνα. Τα
δάκρυα ξεχείλισαν στα μάτια του και γίνηκε κατακίτρινος: "Γκιλγκαμές,
άφησέ με να σου μιλήσω. Ποτέ μου δεν γνώρισα μητέρα, ούτε και πατέρα
για να με μεγαλώσει. Γεννήθηκα στο βουνό, το βουνό μ΄ ανάθρεψε κι ο
Ενλίλ με όρισε φύλακα του δάσους. Αφησέ με να φύγω Γκιλγκαμές και θα
γίνω υπηρέτης σου, θα σε γνωρίσω για άρχοντά μου. Ολα τα δένδρα του
δάσους που φυλάω πάνω σε τούτο το βουνό θα είναι δικά σου. Θα τα
κόψω και θα σου κάνω ένα παλάτι". Και τον πήρε από το χέρι και τον
οδηγούσε στο σπίτι του. Και η καρδιά του Γκιλγκαμές συγκινήθηκε και τον
συμπάθησε. Και του ορκίστηκε στην ουράνια ζωή, στη γήινη ζωή και στη
ζωή του κάτω κόσμου: "Ώ Ενκιντού, δεν πρέπει το παγιδευμένο πουλί να
γυρίσει στη φωλιά του και ο αιχμάλωτος να ξαναπάει στην αγγαλιά της
μάνας του;". Κι ο Ενκιντού αποκρίθηκε: "Κι αν ο πιό δυνατός από τους
ανθρώπους θα υποκύψει στη μοίρα του αν δεν έχει κρίση. Ο Ναμτάρ, ο
δαίμονας της τύχης που δεν κάνει διάκριση μεταξύ των ανθρώπων, θα τον
καταβροχθίσει. Αν το παγιδευμένο πουλί ξαναγυρίσει στη φωλιά του, αν ο
αιχμάλωτος γυρίσει στην αγκαλιά της μάνας του, τότε φίλε μου δεν θα
ξαναγυρίσεις στην πόλη, όπου σε περιμένει η μάνα που σε γέννησε. Θα
σου φράξει τους βουνήσιους δρόμους και θα κάνει αδιάβατα τα μονοπάτια".
Ο Χουμπαμπά είπε: "Ενκιντού, αυτά που είπες είναι κακά, και τα
είπες εσύ ο μισθοφόρος που δουλεύεις για το ψωμί σου! Από το φθόνο και
από το φόβο του αντίπαλου είπες τούτα τα κακά λόγια". Κι ο Ενκιντού είπε:
"Μην τον ακούς Γκιλγκαμές. Αυτός ο Χουμπαμπά πρέπει να πεθάνει". Κι ο
Γκιλγκαμές είπε: "Αν τον αγγίξω, η φλόγα και η δόξα του φωτός θα
ξεπεταχθούνε μπερδεμένες, η δόξα και η λάμψη θα εξαφανισθούν και η
ακτινοβολία της θα σβήσει". Ο Ενκιντού είπε στον Γκιλγκαμές: "Οχι έτσι
φίλε μου. Πρώτα παγιδεύουν το πουλί, και τότε που θα πάει το μικρό
πουλάκι; Υστερα μπορούμε να αναζητήσουμε τη δόξα και τη λάμψη όταν τα
πουλάκια θα έχουν σκορπίσει γύρω στην πρασινάδα". Ο Γκιλγκαμές
άκουσε τα λόγια του φίλου του. Πήρε το τσεκούρι στο χέρι, έσυρε το σπαθί
από τη μέση και χτύπησε με το σπαθί το Χουμπαμπά στο σβέρκο. Το
δεύτερο χτύπημα το έδωσε ο Ενκιντού. Στο τρίτο χτύπημα ο Χουμπαμπά
έπεσε. Και σωριάστηκε κάτω νεκρός. Και τότε ακολούθησε σύγχυση, γιατί
αυτός που τον σωριάσανε νεκρό ήταν ο φύλακας του δάσους. Ηταν αυτός
που στη φωνή του έτρεμε ο Λίβανος και ο Ερμών. Και τότε τα βουνά
κινήθηκαν, και κινήθηκαν μαζί και οι λοφοσειρές, γιατί ο φύλακας των
Κέδρων ήτανε νεκρός.
Ο Ενκιντού τον χτύπησε κι ο κέδρος έγινε κομμάτια. Κι αυτό το έκανε
ο Ενκιντού. Αυτός αποκάλυψε τη μυστική κατοικία του Παμμέγιστου. Ετσι ο
Γκιλγκαμές έριχνε τα δέντρα του δάσους κι ο Ενκιντού καθάριζε τις ρίζες
τους και τα οδηγούσε μέχρι τον Ευφράτη. Τοποθέτησαν το Χουμπαμπά
μπροστά στους Θεούς, μπροστά στον Ενλίλ. Φίλησαν το χώμα, τον
εσκέπασαν με σάβανο και τον τοποθέτησαν με το κεφάλι προς τα μπρός.
Οταν ο Ενλίλ είδε το κεφάλι του Χουμπαμπά, λύσσαξε από το θυμό του
ενάντιά τους: "Γιατί το κάνατε αυτό; Από δώ και πέρα η φωτιά θα είναι
όπου καθόσαστε, θα τρώει το ψωμί που τρώτε και θα πίνει ότι πίνετε". Και
τότε ο Ενλίλ ξαναπήρε τη λάμψη και τη δόξα την έδωσε στους βαρβάρους,
στο λιοντάρι, στην ερημιά και στη μανιακή κόρη της Ερεσκιγκάλ. Αλλά πιό
πολύ από τον Γκιλγκαμές αυτόν τον άγριο ταύρο που λεηλατούσε τα βουνά
και τα πήγαινε στη θάλασσα κι από τον Ενκιντού, η πιο μεγάλη δόξα
ανήκει στον Ενλίλ.

3. ΙΣΤΑΡ ΚΑΙ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΚΙΝΤΟΥ
Ο Γκιλγκαμές έπλυνε τις μακριές του μπούκλες και καθάρισε τα όπλα
του και μάζεψε τα μαλλιά του από τους ώμους του. Εβγαλε και τα
λερωμένα του ρούχα και φόρεσε καινούργια. Ερριξε πάνω του τη βασιλική
του ρόμπα και τη σταθεροποίησε. Και όταν ο Γκιλγκαμές έβαλε και το
στέμμα του, η ένδοξη Ιστάρ σήκωσε τα μάτια της για να δει την ομορφιά
του Γκιλγκαμές. Είπε: «Ελα μαζί μου Γκιλγκαμές να γίνεις ο νυμφίος μου.
/ώσε μου σπέρμα από το σώμα σου, άφησέ με να γίνω ή σύζυγός σου και
συ ο σύζυγός μου. Θα στολίσω για σένα άρμα από λαζουρίτη καί χρυσάφι,
με χρυσές ρόδες και χάλκινα κέρατα. Και θα έχεις τους παντοδύναμους
δαίμονες της θύελλας για οδηγούς. Οταν θα μπαίνεις στο σπίτι σου, που θα
μοσχοβολάει κέδρο στο κατώφλι σου και στο θρόνο σου θα σου φιλούν τα
πόδια. Βασιλιάδες, κυβερνήτες και ηγεμόνες θα σκύβουν μέχρι κάτω
μπροστά σου. Θα σου φέρνουν φόρο υποτέλειας από τα βουνά και τους
κάμπους. Οι προβατίνες σου θα γεννάνε διπλά αρνιά και οι γίδες σου τρία
κατσίκια οι γαϊδάρες σου θα κάνουνε μουλάρια τα βόδια σου ταίρι δεν θα
έχουν στον κόσμο και τ' άλογα του αμαξιού σου θα φημισθούν παντού για
τη γρηγοράδα τους».
Ο Γκιλγκαμές άνοιξε το στόμα του και είπε στην ένδοξη Ιστάρ: «Αν σε
κάνω γυναίκα μου, τι δώρα θα έπρεπε να σου κάνω; Τι αρώματα και τι
ρούχα για το κορμί σου; Καί τι τροφή θα σου φέρω για να φας; Πώς είναι
δυνατό να δώσω τροφή σε μια θεά και ποτό στη βασίλισσα των ουρανών;
Κι ακόμα αν σε κάνω γυναίκα μου, τι θα γίνω πια εγώ; Οι εραστές σου σε
βρήκανε σαν τη θρακοβολιά, που σιγοκαίει χωρίς καπνό μέσα στον πάγο,
μια μυστική πόρτα που αποκλείει και την καταιγίδα και τη μπόρα, πύργο
πού συνθλίβει τους φυλακές του, πίσσα που μαυρίζει όποιον την
κουβαλάει, τρύπιο ασκί που μουσκεύει όποιον το μεταφέρει, πέτρα που
πέφτει από το πρεβάζι, σαντάλι που κάνει να περπατάει όποιον το φορεί,
μια μηχανή εφόδου ενάντια στον εχθρό. Υπάρχει κανείς από τους εραστές
σου που να σε αγάπησε για πάντα; Ποιοι από τους ποιμένες σου σε
ευχαρίστησαν; Ακουσέ με, θα σου απαριθμήσω τους εραστές σου και την
ιστορία τους. Πρώτος είναι ο Ταμούζ, ο εραστής της νιότης σου, για τον
όποιο καθιέρωσες θρήνους κάθε χρόνο. Αγάπησες το πολύχρωμο πουλί,
αλλά και τώρα ακόμα το κτυπάς και σπάζεις τα φτερά του. Και τώρα μες
στο άλσος κάθεται και κραυγάζει: «κάππι, κάππι, φτερό μου, φτερό μου!»
Αγάπησες το λιοντάρι με την τρομερή δύναμη. Και του έστησες εφτά
παγίδες για να το πιάσεις. Ερωτεύθηκες το βαρβάτο άλογο, που είναι
μεγαλειώδικο στη μάχη και θέσπισες γι' αυτό το καμτσίκι, το σπηρούνι και
τα λουριά για να καλπάζει, εφτά λεύγες με τη βία και να θολώνει το νερό
πριν να το πιει. Και για τη μάνα του, τη Σιλιλί θέσπισες θρήνους.
Ερωτεύθηκες τον ποιμένα του κοπαδιού. Και σου έφτιαχνε γλυκίσματα
κάθε δεύτερη ημέρα και έσφαζε κατσίκια για χάρη σου. Και συ τον
χτύπησες και τον μεταμόρφωσες σε λύκο. Και τώρα τον κυνηγάει το
τσοπανόσκυλο και τον ξεσχίζουν τα δικά του κυνηγόσκυλα. Μήπως δεν
ερωτεύθηκες τον Οσουλλανού, τον κηπουρό στο φοινικόκηπο του πατέρα
σου; Σου κουβαλούσε αμέτρητα καλάθια με χουρμάδες. Καθημερινά γέμιζε
το τραπέζι σου. Υστερα γύρισες τα μάτια σου αλλού και του είπες:
«Πολυαγαπημένε μου Οσουλλανού, έλα μαζί μου, έλα να απολαύσουμε
τον ανδρισμό σου. Προχώρησε και πάρε με στην αγκαλιά σου. Είμαι δική
σου». Ο Οσουλλανού σου αποκρίθηκε «Τι θέλεις από μένα; Η μάνα μου
έψησε ψωμί και έφαγα. Γιατί να ρθώ σε μια σαν εσένα για χαλασμένη η
σαπισμένη τροφή; Είναι δυνατό το παραβάν από βούρλα να δώσει επαρκή
προστασία έναντι του πάγου;» Αλλά όταν άκουσες την απάντηση τον
κτύπησες. Και τον μετέβαλες σε τυφλοπόντικα, βαθιά μέσα στη γη, δηλαδή
σε κείνον που ποτέ δεν φτάνει στις επιθυμίες του. Και αν δεχόμουνα να
γίνουμε εραστές, ποιος μπορεί να μου εγγυηθεί ότι δεν θα με
μεταχειρισθείς όπως τους άλλους πριν;»
Οταν η Ιστάρ τα άκουσε όλα αυτά, η λύσσα της εγίνηκε πιο μεγάλη.
Πήγε λοιπόν εκεί ψηλά στον ουρανό, στον πατέρα της τον Ανού και στη
μάνα της την Αντούμ. Και είπε: «Πατέρα μου, ο Γκιλγκαμές μου σώριασε
ένα σωρό βρισιές. Είπε μπροστά σε όλους τη βρώμικη μου συμπεριφορά
και τις βρώμικες μου πράξεις». Και ο Ανού άνοιξε το στόμα του και είπε:
«Μοναχή σου προκάλεσες την επιτίμησή σου. Και γι' αυτή σου την
πρόκληση ο Γκιλγκαμές ανέφερε τη βρώμικη σου συμπεριφορά και τις
βρώμικες σου πράξεις».
Η Ιστάρ άνοιξε το στόμα της και ξαναείπε: «Πατέρα μας κάνε με
ταύρο του ουρανού για να καταστρέψω τον Γκιλγκαμές. Φούσκωσε, σε
παρακαλώ, τον Γκιλγκαμές με περηφάνεια, για την καταστροφή του. Μα αν
αρνηθείς να με κάνεις ταύρο του Ουρανού θα σπάσω τις πόρτες της
κόλασης και θα συντρίψω τα μάνταλα. Θα αφήσω ορθάνοικτες τις πόρτες
της κόλασης και θα κουβαλήσω τους νεκρούς να φάνε μαζί με τους
ζωντανούς». Κι ο Ανού είπε στη μεγάλη Ιστάρ: «Αν κάνω αυτό που
επιθυμείς θα έχουμε εφτά χρόνια ξηρασία. Και τότε πια δεν θα καρπίσει το
σιτάρι. Εχεις εξασφαλίσει αρκετό καρπό για το λαό και χόρτο για τα ζώα;»
Κι η Ιστάρ απάντησε: «Εχω εξασφαλίσει καρπό για το λαό και χόρτο για
τα ζώα. Για τα εφτά άκαρπα χρόνια υπάρχει αρκετός καρπός και αρκετό
χόρτο».
Ετσι ο Ανού δημιούργησε τον Ταύρο του Ουρανού για την Ιστάρ, την
κόρη του. Κι ο Ταύρος έπεσε στη γή. Με το πρώτο του ρουθούνισμα
έσφαξε εκατό ανθρώπους, και διακόσιους, κι ύστερα τριακόσιους και μετά
εκατοντάδες άλλοι πέφτανε νεκροί. Στο τρίτο του ρουθούνισμα έπεσε πάνω
στον Ενκιντού. Αλλά ο Ενκιντού παραμέρισε, πήδησε πάνω στον Ταύρο
και τον άρπαξε από τα κέρατα. Ο Ταύρος του Ουρανού άφρισε στο
πρόσωπό του και τον έξυσε με την παχειά του ουρά. Ο Ενκιντού φώναξε
στο Γκιλγκαμές: "Φίλε μου, καυχηθήκαμε ότι θα αφήναμε αθάνατο όνομα
πίσω μας. Λοιπόν, μπήξε το ξίφος σου ανάμεσα στα κέρατα και τον
αυχένα". Ο Γκιλγκαμές ακολούθησε τον Ταύρο του Ουρανού, άρπαξε την
παχειά του την ουρά και βύθισε το ξίφος του ανάμεσα στα κέρατα και στον
αυχένα, και σκότωσε τον Ταύρο. Κι όταν σκότωσαν τον Ταύρο του
Ουρανού, έβγαλαν την καρδιά του και την προσφέρανε στο Σαμάς, και
ύστερα τα δυό αδέλφια αναπαύτηκαν. Αλλά η Ιστάρ πετάχτηκε και ανέβηκε
στο μεγάλο τείχος της Ουρούκ. Βγήκε στον Πύργο και απάγγειλε μια
κατάρα: "Κατάρα στον Γκιλγκαμές, που με πρόσβαλε σκοτώνοντας τον
Ταύρο του Ουρανού". Οταν ο Ενκιντού άκουσε τούτα τα λόγια, έκοψε το
μηρό του Ταύρου, της το πέταξε στο πρόσωπο και είπε: "Αν μπορούσα να
απλώσω πάνω σου χέρι, αυτό θα έκανα και σε σένα, και θα σούβγαζα τα
άντερα από τα πλευρά σου". Και τότε η Ιστάρ μάζεψε το λαό της, τις
χορεύτριες και τις τραγουδίστριες, τις πόρνες και τις μεγάλες πόρνες του
ναού. Και άρχισε θρήνους πάνω από το μηρό του Ταύρου του Ουρανού.
Μα ο Γκιλγκαμές φώναξε τους χαλκιάδες και τους οπλοποιούς, όλοι
μαζί. Και κείνοι θαύμασαν το μέγεθος των κεράτων του Ταύρου. Τα
έσταζαν με λαζουρίτη δυό δάκτυλα παχύ. Και το κάθε κέρατο ζύγιζε τριάντα
λίβρες το καθένα και περιείχαν έξι μέτρα λάδι που το πρόσφερε στο Θεό
προστάτη του, τον Λουγκουλμπάντα. Τα κέρατα τα πήγε στο παλάτι και τα
κρέμασε στον τοίχο. Υστερα έπλυνε τα χέρια του στον Ευφράτη,
αγκαλιάστηκαν με τον Ενκιντού και έφυγαν. Περιφέρονταν μέσα στους
δρόμους της Ουρούκ, και βγήκαν οι ήρωες της πόλης να τους δούν. Ο
Γκιλγκαμές φώναξε τις τραγουδίστριες: "Ποιός είναι ο πίο ένδοξος από τους
ήρωες; Ποιός είναι ο πιό ένδοξος από τους ήρωες, ο Γκιλγκαμές είναι ο πιό
έξοχος από τους ανθρώπους". Και ακολούθησε γιορτή και γέμισε χαρά η
πλατεία μέχρι που οι ήρωες πήγαν στα κρεβάτια τους να αναπαυθούν. Κι ο
Ενκιντού έπεσε κι αυτός να κοιμηθεί. Και είδε ένα όνειρο. Πετάχτηκε από το
κρεβάτι του και διηγήθηκε το όνειρό του στον αδελφό του: "Ώ φίλε μου, γιατί
οι μεγάλοι θεοί μαζεύτηκαν σε συμβούλιο;". Κι όταν ξημέρωσε η μέρα είπε
στον Γκιλγκαμές: "Ακουσε το όνειρο που είδα χτες τη νύχτα. Ολοι οι Θεοί, ο
Ανού, ο Ενλίκ, ο Εά, ο Σαμάς, μαζεύτηκαν σε ένα συμβούλιο. Και ο Ανού
είπε στον Ενλίλ: Επειδή σκότωσαν τον Ταύρο του Ουρανού και σκότωσαν
και τον Χουμπαμπά ένας από τους δυό πρέπει να πεθάνει, κι ας είναι
αυτός που γύμνωσε τα βουνά από τα κέδρα". Κι ο Ενλίλ είπε: "Ο Ενκιντού
πρέπει να πεθάνει, ο Γκιλγκαμές δεν θα πεθάνει". Κι ύστερα ο ένδοξος
Σαμάς, απάντησε στον ήρωα Ενλίλ: "Σκότωσαν με δική μου εντολή τον
Ταύρο του Ουρανού και τον Χουμπαμπά. Και πρέπει γι΄ αυτό να πεθάνει ο
Ενκιντού ενώ είναι αθώος;". Κι ο Ενλίλ λύσσαξε εναντίον του Σαμάς: "Εσύ
κάθε μέρα πηγαίνεις κάτω εκεί και κουβεντιάζεις μαζί τους σαν ένας απ΄
αυτούς!".
Κι ο Ενκιντού αρρώστησε και έπεσε μπροστά στο Γκιλγκαμές. Τα
δάκρυά του τρέξανε ποτάμι. Κι ο Γκιλγκαμές του είπε: "Ώ αδελφέ μου, ώ
αγαπημένε μου αδελφέ, γιατί σε παίρνουν από μένα;". Κι ύστερα ξανάπε:
"Πρέπει να κάτσω έξω από την πόρτα των φαντασμάτων των νεκρών και
ποτέ πιά να μην ξαναδώ τον αγαπημένο μου αδελφό;". Ενώ ο Ενκιντού
ήταν ξαπλωμένος κάτω, από την αρρώστεια του, καταριότανε την Πύλη του
Δάσους σα να ήταν κάτι από ζωντανές σάρκες: "Εσύ που φαινόσουν ότι
είσουνα από συνηθισμένο ξύλο και που σε θαύμαζα από είκοσι λεύγες
μακρυά και πρίν να δώ τον πυργοειδή κέδρο, εσύ που το ύψος σου ήταν
εβδομήντα δυό κυβικά και είκοσι τέσσερα κυβικά το πλάτος, εσύ που το
στήριγμά σου, η αμπάρα σου και το κατώφλι σου ήταν τέλεια, εσύ που σ΄
είχαν φτιάξει τεχνίτες της Νιππούρ, της ιερής πόλης του Ενλίλ, αν γνώριζα
το νόημά σου, αν γνώριζα πώς η λαμπρότητά σου θα μου κόστιζε τη ζωή,
θα είχα σηκώσει το τσεκούρι μου και σε κομμάτιαζα σαν ξύλινο μεσοτοίχι.
Ποτέ δεν θα σε άγγιζα με το χέρι μου". Υστερα καταράστηκε τον κυνηγό με
την πόρνη. "Καταριέμαι τον κυνηγό που με παγίδεψε. Κυνήγι να μην
πιάνεται στα δίκτυα του, κι απ΄ την καρδιά του να σβυστεί κάθε πόθος". Κι
ύστερα καταράστηκε την πόρνη: "Οσο για σένα, γυναίκα, καθορίζω αιώνια
την τύχη σου. Σε καταριέμαι με τη μεγάλη κατάρα. Ακόρεστος πόθος να σε
κυριαρχεί. Σπίτι σου να γίνουνε οι δρόμοι. Τη σκιά των τειχών να κάνεις
κρεβάτι σου. Μεθυσμένοι και ξεμέθυστοι ίδια να σου φιλούν τα μάγουλά
σου".
Οταν ο Σαμάς άκουσε τα λόγια του Ενκιντού του φώναξε από τον
ουρανό: "Ενκιντού, γιατί καταριέσαι τη γυναίκα, τη δασκάλα που σε δίδαξε
να τρώς το ψωμί που έχει γίνει για τους Θεούς και να πίνεις το κρασί των
βασιλιάδων; Αυτή που σου φόρεσε ένα υπέροχο ένδυμα, δεν σου έδωσε
για σύντροφο τον ένδοξο Γκιλγκαμές κι ο Γκιλγκαμές δεν είναι ο
πραγματικός σου αδελφός; /εν σε έβαλε να κοιμηθείς σε βασιλικό κρεβάτι
και να ξαπλώνεις αναπαυτικά στ΄ αριστερά του; /εν έκανε τους ηγεμόνες
της γής να σου φιλούν τα πόδια και τώρα όλος ο λαός της Ουρούκ δεν
κλαίει και δεν θρηνεί για σένα; Οταν θα πεθάνει, ο Γκιλγκαμές θα αφήσει
για χάρη σου τα μαλλιά του να μεγαλώσουν, θα φορέσει ένα τομάρι από
λιοντάρι και θα περιφέρεται στην ερημιά". Οταν ο Ενκιντού άκουσε τον
ένδοξο Σαμάς η θυμωμένη του καρδιά ηρέμησε. Ανακάλεσε την κατάρα και
είπε για την πόρνη: "Ανθρωπος να μη σε περιφρονήσει κι ειρωνικά να μην
εγκίσει τους μηρούς σου. Βασιλιάδες, ηγεμόνες και ευγενείς να σε
ερωτεύονται. Ο γέρος να κουνάει τα γένια του όταν σε βλέπει κι ο νέος τη
ζωή του να δίνει. Για σένα χρυσάφι και καρνέλια και λαζουρίτη να
σωριάζουνε στο δυνατό σου σπίτι. Για χάρη σου τη σύζυγο και τη μάνα των
εφτά παιδιών τους να ξεχνάνε. Κι οι ιερείς το δρόμο να σ΄ ανοίγουνε στην
παρουσία των Θεών".
Ο Ενκιντού αποκοιμήθηκε μέσα στην αρρώστεια του και άνοιξε την
καρδιά του στον Γκιλγκαμές: "Την περασμένη νύχτα ονειρεύτηκα ξανά, φίλε
μου. Θρηνούσαν οι ουρανοί κι ανταπαντούσε η γή. Στεκόμουν ολομόναχος
μπροστά σ΄ ένα τρομερό όν. Το πρόσωπό του ήταν σκοτεινό, σαν το
μαύρο πουλί της τρέλλας. Χύμηξε κατά πάνω μου με τα αετήσια του νύχια
και γρήγορα με έπιασε με ξέσχισε με τα νύχια του και τα φτερά του, μέχρι
που με απόκαμε. Και ύστερα με μεταμόρφωσε σε τέτοιο σημείο, που τα
χέρια μου έγιναν φτερούγες και σκεπάστηκαν με φτερά. Υστερα κάρφωσε
πάνω μου το διαπεραστικό του βλέμμα και με έσυρε μακρυά, στο βασίλειο
της Ιρκάλα, της βασίλισσας της σκοτεινιάς στο σπίτι απ΄ όπου κανείς απ΄
όσους μπαίνουν δεν ξαναγυρίζει, στο δρόμο που δεν έχει γυρισμό. Εκεί
είναι το σπίτι όπου οι άνθρωποι ζουν στη σκοτεινιά. Τροφή τους είναι η
σκόνη και κρέας τους η λάσπη. Είναι ντυμένοι σαν τα πουλιά κι έχουν
φτερά για κάλυμμα. Φώς ποτέ δεν βλέπουνε και μένουν στα σκοτάδια.
Μπήκα στο σπίτι της σκόνης και είδα τους βασιλιάδες της γής, με πεταμένα
απ΄ το κεφάλι τους τα στέμματα, για πάντα. Είδα κυβερνήτες και ηγεμόνες
κι όλους όσους κάποτε φορούσαν βασιλικά στέμματα και κυβερνούσαν τον
κόσμο σε παλιότερες εποχές. Ολοι αυτοί που έζησαν στα παλάτια των
θεών, του Ανού και του Ενλίλ, στέκονται τώρα υπηρέτες να σερβίρουνε
ψημένα κρέατα στο σπίτι της σκόνης, να κουβαλούν μαγειρεμένα φαγιά και
δροσερό νερό με το ασκί. Στο σπίτι της σκόνης που μπήκα υπήρχαν
μεγάλοι ιερείς, ιερείς και βοηθοί τους, μάγοι, ιερείς και ιερείς που
εκστασιάζονται. Υπήρχαν υπηρέτες του ναού, κι ακόμα εκεί βρισκόταν κι ο
Ετάνα, ο βασιλιάς του Κίς, που τον μετέφερε αητός στους ουρανούς τον
παλιό καιρό. Είδα επίσης τον Σαμουκάν, το θεό των κτηνών. Εκεί ήταν και
η Ερεσκιγκάλ, η βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Μπροστά της καθόταν
οκλαδόν ο Μπελίτ-Σέρ, αυτός που κρατάει τα κατάστιχα των θεών και το
βιβλίο των θανάτων. Η Ερεσκιγκάλ κρατούσε μια πινακίδα από την οποία
διάβαζε. Σήκωσε το κεφάλι της, με κοίταξε και είπε: "Ποιός τον έφερε αυτόν
εδώ;". Και τότε ξύπνησα σαν άνθρωπος που στέγνωσε το αίμα του και που
πλανιέται ολομόναχος σε χώρο από καμένα βούρλα, σαν κάποιος που τον
έπιασε ο επιστάτης και η καρδιά του είναι πλημμυρισμένη από τρόμο. Ώ
αδελφέ μου, όταν πεθάνω πάρε κάποιον μεγάλο ηγεμόνα ή κάποιον άλλο ή
πάρε κάποιον Θεό να στέκεται στην πόρτα σου. Και άφησέ τον να σβήσει
το δικό μου όνομα και να γράψει το δικό του".
Ο Ενκιντού είχε βγάλει τα ρούχα του και τινάχτηκε κάτω. Κι ο
Γκιλγκαμές άκουγε τα λόγια του κι έκλαιγε με δάκρυα, ο Γκιλγκαμές τον
άκουγε κι έχυνε βρύση τα δάκρυά του, άνοιξε το στόμα του και είπε στον
Ενκιντού: "Ποιός υπάρχει μέσα στην Ουρούκ με τα πανίσχυρα τείχη που να
μπορεί να σου μοιάζει στη σοφία; Παράξενα πράγματα ειπώθηκαν. Γιατί
μιλάς τόσο παράξενα; Το όνειρο ήταν θαυμάσιο, αλλά ο τρόμος ήταν
μέγας. Πρέπει να αποθησαυρίσουμε το όνειρο ανεξάρτητα από τον τρόμο.
Γιατί το όνειρο δείχνει πώς η δυστυχία έρχεται και στο γερό άνθρωπο και
πώς γεμάτο λύπη είναι το τέλος της ζωής". Και θρήνησε ο Γκιλγκαμές: "Και
τώρα πρέπει να παρακαλέσω τους Θεούς, γιατί ο φίλος μου είδε ένα τόσο
δυσοίωνο όνειρο". Την ημέρα που ο Ενκιντού είδε το όνειρο έκλεισε κι
αυτός καταθλιμμένος κείτονταν άρρωστος. Μια ολόκληρη μέρα κείτονταν
στο κρεβάτι του. Κι ύστερα μια δεύτερη και μιά τρίτη ημέρα αύξησαν τα
βάσανά του. /έκα ημέρες ήταν ξαπλωμένος και αύξαιναν διαρκώς τα
βάσανά του. Και έντεκα και δώδεκα ημέρες έμεινε στο κρεβάτι του πόνου.
Και τότε φώναξε στο Γκιλγκαμές: "Φίλε μου, η μεγάλη θεά με καταράστηκε
και πρέπει να πεθάνω ντροπιασμένος. /εν θα πεθάνω σαν άντρας που
πέφτει στη μάχη. Φοβήθηκα να πάω στη μάχη. Κι όμως ευτυχισμένος είναι
ο άνθρωπος που πέφτει πολεμώντας, ενώ εγώ πεθαίνω σε ντροπή". Κι ο
Γκιλγκαμές έκλαψε πάνω από τον Ενκιντού. Με το πρώτο φώς της αυγής
ύψωσε τη φωνή του και είπε στους συμβουλάτορες της Ουρούκ:
Ακούστε με μεγάλοι της Ουρούκ,
θρηνώ τον Ενκιντού, το φίλο μου,
βαρυά στενάζω σα γυναίκα που θρηνεί,
κλαίω τον αδελφό μου.
Ε! Ενκιντού, τ' αγριογάιδουρο κι η γαζέλα
που στάθηκαν πατέρας σου για μένα
και τα τετράποδα που βόσκαγαν μαζί σου
θρηνούν για σένα.
Του κάμπου και των λιβαδιών τ' αγρίμια,
οι δρόμοι μες στ' αγαπημένο σου κεδρόδασο
νύχτα και μέρα μουρμουρίζουν.
Και ο μεγάλος της τειχόκλειστης Ουρούκ
θρηνεί για σένα το δάχτυλο της ευλογίας
τεντώνεται σε θρήνο.
Ώ Ενκιντού, αδελφέ μου,
τσεκούρι είσουν στα πλευρά μου
κι η δύναμή μου, το ξίφος πούσερνα στη ζωή μου
κι η ασπίδα πούμπαινε μπροστά μου
φανταχτερό μου ένδυμα, το λαμπρό στολίδι.
Ακουσε, γύρω όλη η χώρα αντηχεί
σα μια μητέρα που θρηνεί.
Τα μονοπάτια που διαβήκαμε μαζί, θρηνούν,
κι ο πάνθηρας, κι ο τίγρης και τ΄ αγρίμια που κυνηγήσαμε μαζί
και το λιοντάρι, το ελάφι, η λεοπάρδαλη,
ο αίγαγρος, ο ταύρος κι η ελαφίνα.
Και το βουνό που το ποτίσαμε και σφάξαμε το φύλακά του
θρηνεί για σένα.
Και ο Ουλά, ποτάμι του Ελάμ και ο αγαπητός μας ο Ευφράτης
απ΄ όπου πέρναμε νερό για τα ασκιά μας
και οι πολεμιστές της τειχογύριστης Ουρούκ,
της πόλης όπου σκότωσες τον Ταύρο του Ουρανού,
θρηνούν για σένα.
Κι όλοι της Εριντού οι άνθρωποι
θρηνούν για σένα Ενκιντού.
Κι οι θεριστές κι οι ζευγολάτες
που κουβαλούσανε καρπό για σένα
τώρα για σένανε θρηνούν.
Κι η πόρνη, που με λάδι ευωδιαστό σε άλειψε
κλαίει πικρά για σένα τώρα.
Κι οι υπηρέτες που μ΄ αρώματα σ' αλείψανε το σώμα
θρηνούν για σένα τώρα.
Του παλατιού οι γυναίκες που τη σύζυγο σούφερναν
με της δικής σου εκλογής το δαχτυλίδι,
κλαίνε πικρά για σένα τώρα.
Κι οι νιοί που στάθηκαν αδέλφια σου,
σα νάσανε γυναίκες,
ακούρευτα αφήσανε σε πένθος τα μαλλιά τους.
Τύχη κακή με έχει καταστρέψει.
Μικρέ μου αδελφέ, Ενκιντού, αγαπημένε φίλε,
γιατί ο ύπνος τούτος σε κρατεί;
Χάθηκες μeς στην ερημιά και δε μπορείς ν' ακούσεις.
Ακούμπησε το χέρι στην καρδιά του, αλλά η καρδιά του δεν χτυπούσε
πιά, ούτε και άνοιξε ξανά τα μάτια του. Οταν ο Γκιλγκαμές ακούμπησε το
χέρι του στην καρδιά του δεν χτυπούσε πιά. Κι ο Γκιλγκαμές τον σκέπασε
με πέπλο, σαν εκείνο που ρίχνουν στη νύφη. Κι άρχισε να ορύεται με
λύσσα, σαν το λιοντάρι και σαν τη λέαινα που της πήραν τα μικρά της. Κι
έτσι θρηνώντας στριφογύριζε, γύρω στο κρεβάτι του φίλου του, τραβούσε
τα μαλλιά του και τα σκορπούσε ένα γύρω. Ξέσχισε τα λαμπρά του
φορέματα και τα πέταξε κάτω σα να ήσαν βρώμικα παλιοπράγματα.
Με το πρώτο φώς της αυγής ο Γκιλγκαμές άρχισε να φωνάζει: "Σ΄
έβαλα να κοιμηθείς σε βασιλικό κρεβάτι και να αναπαύεσαι σε κάθισμα στ΄
αριστερά μου. Και οι ηγεμόνες της γής σου φιλούσαν τα πόδια. Θέλω να
κάνω όλο το λαό της Ουρούκ να θρηνεί για σένα και να αρχίσει τα
μοιρολόγια. Κι όταν θα έχεις μπεί μέσα στη γή, για σένανε θ΄ αφήσω τα
μαλλιά μου να μεγαλώσουν. Και μές τις ερημιές θα τριγυρνώ, φορώντας
τομάρι λιονταριού". Και την επόμενη ημέρα με τα χαράματα, ο Γκιλγκαμές
άρχισε τους θρήνους. Εφτά ημέρες και εφτά νύχτες έκλαιγε για τον
Ενκιντού, μέχρι που έπεσαν τα σκουλίκια στο σώμα του. Και μόνο τότε τον
έθαψε, γιατί ο Αννουνάκι, ο κριτής τον είχε πάρει πιά.
Και τότε ο Γκιλγκαμές έβγαλε μια διακήρυξη σ΄ όλη τη χώρα, που
καλούσε να μαζευτούν από παντού οι χαλκιάδες, οι χρυσοχόοι και οι
λιθοδουλευτές. Και τους διέταξε: "Να φτιάξετε άγαλμα στο φίλο μου". Και το
άγαλμα το φτιάξανε με βαρύ λαζουρίτη στα στήθη και με χρυσό στο κορμί.
Υστερα τοποθέτησε ένα τραπέζι από σκληρό ξύλο και πάνω του έβαλε ένα
δοχείο από λαζουρίτη γεμάτο βούτυρο. Κι αυτά τα πρόσφερε στο Θεό Ηλιο.
Και κλαίγοντας έφυγε.

4. Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΖΩΗΣ
Ο Γκιλγκαμές έκλαψε πικρά το φίλο του τον Ενκιντού, και ύστερα
περιπλανήθηκε στην ερημιά σαν κυνηγός, και γύρισε όλους τους κάμπους.
Μέσα στην πίκρα του φώναζε: "Πώς είναι δυνατό να σταματήσω; Πώς είναι
δυνατό να ησυχάσω; Απελπισία πνίγει την καρδιά μου. Που είναι τώρα ο
αδελφός μου; Και τι θα γίνω όταν θα πεθάνω; Επειτα φοβάμαι το θάνατο,
θα κάνω ότι μπορέσω για να βρώ τον Ουτναπιστίμ που τον αποκαλούν
"Μακρινό", γιατί αυτός κατάφερε να μπεί στο συμβούλιο των Θεών". Και
έτσι ο Γκιλγκαμές περιφερόταν στις ερημιές, περπάτησε πράσινες χώρες
και συνέχιζε ένα ταξίδι που κρατούσε πολύ χρόνο, αναζητώντας τον
Ουτναπιστίμ, που τον είχαν πάρει οι θεοί μετά τον κατακλυσμό και τον
εγκατέστησαν στη χώρα Ντίλμουν, στους κήπους του ήλιου. Και κεί του
χάρισαν την αιώνια ζωή.
Το βράδυ όταν ο Γκιλγκαμές έφτασε στη στενή διάβαση του βουνού,
έκανε την προσευχή του: "Σε τούτο το βουνήσιο πέρασμα παλιότερα είχα
δεί λιοντάρια και τρόμαξα και σήκωσα τα μάτια μου προς το φεγγάρι.
Προσευχήθηκα. Κι η προσευχή μου έφτασε στους Θεούς. Και τώρα, ώ! θεέ
του φεγγαριού Σίν, προστάτεψέ με". Κι όταν τελείωσε την προσευχή του
ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Και ξύπνησε από ένα όνειρο. Είδε ολόγυρά του τα
λιοτάρια ζωντανά να καμαρώνουν. Και τότε άρπαξε στα χέρια του το
τσεκούρι, τράβηξε το ξίφος του από τη μέση και έπεσε πάνω τους σα βέλος
από τόξο. Και τα χτύπησε, τα κατάστρεψε και τα διέλυσε. Κι έτσι ο
Γκιλγκαμές έφθασε σε κείνο το ψηλό βουνό που το λένε Μασού, το βουνό
που κρατάει την ανατολή και τη δύση του ήλιου. Η διπλή του κορυφή είναι
ψηλή ως τα τείχη του ουρανού. Και οι θηλές τους μπαίναν βαθειά στον
Κάτω Κόσμο. Την πύλη του την φύλαγαν οι σκορπιοί: μισοί άνθρωποι και
μισοί δράκοι. Η δόξα τους είναι τρομερή. Η ματιά τους φέρνει το θάνατο
στους ανθρώπους. Ο φωτεινός τους φωτοστέφανος λαμποκοπάει στο
βουνό που φυλάει τον ανατέλλοντα ήλιο. Οταν τους αντίκρυσε ο
Γκιλγκαμές, σκέπασε αμέσως τα μάτια του. Υστερα πήρε κουράγιο και
πλησίασε. Οταν τον είδανε να πλησιάζει άφοβα, ο Ανθρωπος - Σκορπιός
είπε στο σύντροφό του: "Αυτός εκεί που έρχεται κατά δώ είναι από θεϊκή
σάρκα". Κι ο σύντροφος του Ανθρώπου - Σκορπιού του είπε: "Κατά τα δύο
τρίτα είναι Θεός και κατά το ένα τρίτο άνθρωπος".
Και τότε φώναξαν στον Γκιλγκαμές, φώναξαν στο παιδί των Θεών:
"Γιατί κάνατε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, διασχίζοντας τα επικίνδυνα νερά; Πές
μας για ποιό λόγο έφθασες εδώ;". Κι ο Γκιλγκαμές απάντησε: "Για χάρη του
Ενκιντού. Τον αγαπούσα πολύ. Μαζί δοκιμάσαμε όλες τις σκληρότητες. Και
είρθα για χάρη του επειδή τον πήρε η κοινή μοίρα των ανθρώπων. Εκλαψα
το χαμό του εφτά μέρες και νύχτες. /εν ήθελα να θάψω το σώμα του, γιατί
πίστευα πώς ο φίλος μου θα ξαναγύριζε εξ αιτίας των δακρύων μου. Από
τότε που έφυγε η ζωή μου δεν είναι τίποτα. Και γι΄ αυτό ταξίδεψα μέχρις
εδώ. Αναζητώ τον Ουτναπιστίμ, τον πατέρα μου. Γιατί οι άνθρωποι λένε
πώς μπήκε στη σύναξη των Θεών και κέρδισε την αιώνια ζωή. Κι έχω την
επιθυμία να τον ρωτήσω να μου εξηγήσει τη ζωή και το θάνατο". Ο
Ανθρωπος - Σκορπιός άνοιξε το στόμα του και είπε στον Γκιλγκαμές:
"Κανένας άνθρωπος που γεννήθηκε από γυναίκα δεν κατόρθωσε αυτό που
γυρεύεις. Κανείς θνητός δεν μπείκε στο βουνό. Το μήκος του είναι δώδεκα
λεύγες σκοτεινιά. Και δεν υπάρχει φώς σ΄ αυτό το χώρο. Η καρδιά πνίγεται
από τη σκοτεινιά. Από την ανατολή και μέχρι τη δύση του ήλιου δεν
υπάρχει φώς". Ο Γκιλγκαμές είπε: "Κι αν είτανε να πάω στη λύπη και στον
πόνο αναστενάζοντας και κλαίγοντας, θα πήγαινα. Ανοιξε λοιπόν την Πϋλη
του βουνού". Κι ο Ανθρωπος - Σκορπιός είπε: "Προχώρησε Γκιλγκαμές,
σου επιτρέπω να περάσεις μέσα από το βουνό Μασού και μέσα από την
υψηλή τάξη. Ισως τα πόδια σου γερά να σε ξαναφέρουν στην πατρίδα σου.
Η πύλη του βουνού είναι ανοικτή".
Οταν ο Γκιλγκαμές τον άκουσε έκανε ότι του είπε ο Ανθρωπος -
Σκορπιός και ακολούθησε το δρόμο του ήλιου προς την ανατολή, μέσα από
το βουνό. Οταν προχώρησε μια λεύγα, η σκοτεινιά έγινε γύρω του πυκνή,
γιατί δεν είχε φώς και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δεί.
Μετά τη δεύτερη λεύγα η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φώς δεν ήταν πουθενά.
Και δεν μπορούσε τίποτα, μπροστά και πίσω του να δεί. Σαν τέλειωσε την
πέμπτη λεύγα, η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φώς δεν ήταν πουθενά. Και δεν
μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δεί. Σαν τέλειωσε η έκτη λεύγα
η σκοτεινιά έγινε πυκνή και φώς δεν ήταν πουθενά. Και δεν μπορούσε
τίποτα, μπροστά και πίσω του να δεί. Σαν τέλειωσε κι η έβδομη η λεύγα, η
σκοτεινιά έγινε πυκνή και φώς δεν ήταν πουθενά. Και δεν μπορούσε
τίποτα, μπροστά και πίσω του να δεί. Κι όταν περπάτησε και τις οκτώ
λεύγες, ο Γκιλγκαμές έβγαλε μια δυνατή κραυγή, γιατί η σκοτεινιά ήταν
πυκνή και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να δεί. Στην ένατη
τη λεύγα ένοιωσε κατάμουτρα το βοριά, αλλά η σκοτεινιά ήταν πυκνή, φώς
δεν υπήρχε πουθενά και δεν μπορούσε τίποτα μπροστά και πίσω του να
δεί. Μετά τη δέκατη τη λεύγα, το τέλος έφτανε. Μετά την ενδέκατη τη λεύγα,
φάνηκε το φώς της αυγής. Στο τέλος της δωδέκατης λεύγας πρόβαλε ο
ήλιος.
Κι εκεί υπήρχε ο κήπος των Θεών. Ολόγυρά του ήταν θάμνοι
φορτωμένοι με πολύτιμα στολίδια. Οταν τον αντίκρυσε προχώρησε ίσια
προς τα εκεί, γιατί εκεί κρεμόντανε δοχεία από καρνέλιαν γεμάτα κρασί με
θαυμάσια όψη. Τα φύλλα ήταν από παχύ λαγουρίτη και οι πολύτιμοι
καρποί τους που φαινόταν στο βάθος έδειχναν να είναι γλυκείς. Για αγκάθια
και για βελόνες των θάμνων είχαν αιματίνη και πολύτιμες πέτρες, αχάτη και
μαργαριτάρια που βγαίναν από τη θάλασσα. Ενώ ο Γκιλγκαμές
προχωρούσε από την άκρη της θάλασσας προς τον κήπο τον είδε ο
Σαμάς. Και είδε ο Σαμάς πώς είτανε ντυμένος με δέρμα ζώων και είχε φάει
τις σάρκες τους. Ηταν καταθλιμένος και του είπε: "Κανείς θνητός δεν
διάβηκε πρίν από σένα σε τούτα δώ τα μέρη κι ούτε ποτέ θα φθάσει, όσο
θα φυσάει ο άνεμος στη θάλασσα". Και πρόσθεσε στο Γκιλγκαμές: "Ποτέ
δεν θα βρείς τη ζωή που αναζητάς". ΚΙ ο Γκιλγκαμές είπε στον ένδοξο
Σαμάς: "Τώρα που ταλαιπωρήθηκα και τσακίστηκα μέσα στην έρημο,
πρέπει να κοιμηθώ και να σκεπάσει η γή για πάντα το κεφάλι μου; Αφησε
τα μάτια μου να κοιτάξουν τον ήλιο μέχρι να ζαλιστώ. Παρ΄ όλο που δεν
είμαι καλύτερα από το νεκρό, αφήστε με να δώ το φώς του ήλιου".
Πίσω από τη θάλασσα ζεί η γυναίκα του κρασιού, αυτή που φτιάχνει
το κρασί. Η Σιντουρί κάθεται στον κήπο στην άκρη της θάλασσας, με τα
χρυσά τα κύπελα και τα χρυσά πιθάρια που της χάρισαν οι Θεοί. Ηταν
σκεπασμένη με πέπλο. Και από κεί που καθόταν είδε το Γκιλγκαμές να
προχωράει προς αυτήν, φορώντας δέρματα στις θεϊκές του σάρκες, αλλά
με πνιγμένη την καρδιά του στην απελπισία και με πρόσωπο σαν του
ανθρώπου που ταξίδεψε πολύ. Τον κοίταξε κι όπως αναμέτρησε την
απόσταση είπε μέσα της: "Ασφαλώς κάποιος κακούργος είναι. Αλλά τι
γυρεύει εδώ;". Και μαντάλωσε με διπλό μάνταλο την πόρτα. Αλλά ο
Γκιλγκαμές που άκουσε το θόρυβο του μάνταλου έρριξε προς τα πίσω το
κεφάλι και πάτησε το πόδι του στην πόρτα. Και της φώναξε: "Κοπέλλα, εσύ
που κάνεις το κρασί, γιατί μαντάλωσες την πόρτα σου; Θα σπάσω και θα
συντρίψω την πόρτα σου, γιατί εγώ είμαι ο Γκιλγκαμές, που έπιασε και
σκότωσε τον ταύρο του ουρανού, που σκότωσε το φύλακα του δάσους των
Κέδρων, που ανέτρεψε το Χουμπαμπά που ζούσε μες το δάσος και
σκότωσε και τα λιοντάρια στο διάσελο του βουνού". Και τότε η Σιντουρί του
είπε: "Αν είσαι εσύ ο Γκιλγκαμές που έπιασε και σκότωσε τον ταύρο του
ουρανού, που σκότωσε το φύλακα του δάσους των Κέδρων, που ανέτρεψε
το Χουμπαμπά και σκότωσε και τα λιοντάρια στο διάσελο του βουνού, γιατί
τα μάγουλά σου είναι τόσο λιμασμένα κι είναι τόσο στεγνό το πρόσωπό
σου; Γιατί είναι πνιγμένη στην απελπισία η καρδιά σου κι είναι το πρόσωπό
σου σαν εκείνου που ταξίδεψε πολύ; Κι ακόμα γιατί το πρόσωπό σου είναι
ξεροψημένο από τη ζέστα και το κρύο και γιατί έφτασες εδώ
περιπλανόμενος μέσα στα λιβάδια, αναζητώντας τον αέρα;".
Κι ο Γκιλγκαμές της αποκρίθηκε: "Και πώς να μην είναι λιμασμένα τα
μάγουλά μου και να μην είναι στεγνό το πρόσωπό μου; Πνιγμένη στην
απελπισία είναι η καρδιά μου κι είναι το πρόσωπό μου σαν εκείνου που
ταξίδεψε πολύ και ξεροψήθηκε από τη ζέστη και το κρύο. Και γιατί να μην
περιπλανηθώ μέσα στα λιβάδια, αναζητώντας τον αέρα; Ο φίλος μου, ο πιό
μικρός μου αδελφός, αυτός που κυνηγούσε το αγριογάιδουρο στις ερημιές,
τον πάνθηρα στους κάμπους, ο φίλος μου, ο πιό μικρός μου αδελφός, που
έπιασε και σκότωσε τον Ταύρο του Ουρανού και που ανέτρεψε το
Χουμπαμπά στο δάσος των Κέδρων, ο φίλος μου ο πολυαγαπημένος που
πλάι μου ριψοκινδύνεψε, ο Ενκιντού ο αδελφός μου, που τον αγάπησα
πολύ, εχάθηκε. Τον άρπαξε το τέλος των θνητών. Και έκλαψα γι΄ αυτόν
εφτά ημέρες και εφτά νύχτες, μέχρι που πέσαν τα σκουλίκια στο σώμα του.
Εξ αιτίας του αδελφού μου φοβήθηκα το θάνατο, εξ αιτίας του αδελφού μου
άρχισα να τρέχω και αναπαμό δε βρίσκω. Αλλά τώρα κοπέλλα μου, εσύ
που φτιάχνεις το κρασί, από τη στιγμή που είδα το πρόσωπό σου, μή με
αφήνεις να γνωρίσω το πρόσωπο του θανάτου που τόσο πολύ φοβάμαι".
Κι εκείνη του αποκρίθηκε: "Γκιλγκαμές για που τρέχεις; Ποτέ δεν
πρόκειται να βρείς τη ζωή που ζητάς. Οταν οι Θεοί δημιούργησαν τον
άνθρωπο, του έδωσαν για μοίρα του το θάνατο, ενώ τη ζωή την κράτησαν
μόνο για τον εαυτό τους. Οσο για σένα Γκιλγκαμές γιόμισε την κοιλιά σου
με ευχάριστα. Μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα, χόρευε και απόλαυσε, πίνε
και γλέντησε. Φόρεσε καινούργια ρούχα, πλύνε το σώμα σου στο νερό,
αγάπα το παιδάκι που κρατάς στο χέρι σου και κάνε τη γυναίκα σου στην
αγκαλιά σου ευτυχισμένη. Γιατί κι αυτό είναι στη μοίρα του ανθρώπου".
Αλλά ο Γκιλγκαμές είπε στη Σιντουρί, τη νέα κοπέλλα του κρασιού: "Πώς
είναι δυνατό να σιωπήσω, πώς είναι δυνατό να βρώ αναπαμό, όταν ο
Ενκιντού που τόν αγάπησα πολύ έγινε σκόνη κι όταν και γώ θα πεθάνω και
θα με βάλουνε στη γή για πάντα;". Κι ύστερα της ξανάπε: "Νέα κοπέλλα,
πές μου τώρα ποιός ειν΄ ο δρόμος για να βρώ τον Ουτναπιστίμ, το γιό του
Ουμπάρα - Τουτού; Ποιά κατεύθυνση πρέπει να πάρω! Θα διαπλεύσω και
τον κεανό αν είναι δυνατό. Κι αν δεν είναι δυνατό, θα πλανηθώ ακόμα πιό
μακρυά στην έρημο". Κι αυτή, που φτιάχνει το κρασί του είπε: "Γκιλγκαμές,
δεν υπάρχει τρόπος να διαπλεύσεις τον κεανό. Από όπου και αν είρθες
και από την πανάρχαια αν είσαι εποχή δεν είσαι ικανός αυτή τη θάλασσα
για να διαβής. Μόνο ο ήλιος μέσα στη δόξα του μπορεί να διαπερνάει
αυτόν τον κεανό. Αλλά κανείς πέρα από το Σαμάς δεν τον πέρασε ποτέ.
Ο τόπος και το πέρασμα είναι δύσκολα. Και τα νερά του θανάτου που
ρέουν ανάμεσά του είναι βαθειά. Γκιλγκαμές πώς είναι δυνατό να
διαπλεύσεις έναν τέτοιο ωκεανό; Κι όταν θα φτάσεις στα νερά του θανάτου
τι θα κάνεις; Παρ΄ όλα αυτά Γκιλγκαμές, κάτω εκεί στο δάσος θα βρείς τον
Ουρσαναμπί, τον πορθμέα του Ουτναπιστίμ. Αυτός κρατάει τα ιερά
πράγματα, τα πέτρινα πράγματα. Στο πλοίο του έχει πλώρη ερπετού.
Ερεύνησέ τον καλά. Και αν είναι δυνατό θα διαπλεύσεις μαζί του τα νερά.
Αλλά αν δεν είναι δυνατό, πρέπει να γυρίσεις πίσω".
Οταν τα άκουσε αυτά ο Γκιλγκαμές θύμωσε. Πήρε στο χέρι του το
τσεκούρι του, έσυρε και το σπαθί του από τη μέση και χύθηκε σα βέλος
στην άκρη στη θάλασσα. Από το θυμό του έσπασε τις πέτρες μπήκε μέσα
στο δάσος και κάθισε. Ο Ουρσαναμπί είδε τη λάμψη του σπαθιού, άκουσε
το τσεκούρι και είπε στο Γκιλγκαμές: "Πές μου ποιό είναι το όνομά σου;
Εγώ είμαι ο Ουρσαναμπί, ο πορθμέας του Ουτναπιστίμ, του Μακρινού". Κι
εκείνος του αποκρίθηκε: "Γκιλγκαμές είναι το όνομά μου, είμαι από την
Ουρούκ, από τον οίκο του Ανού". Κι ο Ουρσαναμπί του αποκρίθηκε: "Γιατί
τα μάγουλά σου είναι λιμασμένα κι είναι στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί
έχεις απελπισία στην καρδιά κι είναι το πρόσωπό σου σαν εκείνου που
ταξίδεψε πολύ; Κι ακόμα γιατί το πρόσωπό σου είναι ξεροψημένο από τη
ζέστη και το κρύο. Και γιατί έφτασες εδώ περιπλανημένος μέσα στα
λειβάδια, αναζητώντας τον αέρα;". Κι ο Γκιλγκαμές του αποκρίθηκε: "Πώς
είναι δυνατό να μην είναι λιμασμένα τα μάγουλά μου και να μην είναι
στεγνό το πρόσωπό μου σαν εκείνου που ταξίδεψε πολύ. Ξεροψήθηκα
από τη ζέστη και το κρύο. Πώς να μην περιπλανηθώ μέσα στα λειβάδια; Ο
φίλος μου ο πιό μικρός μου αδελφός, που έπιασε και σκότωσε τον Ταύρο
του Ουρανού και που ανέτρεψε το Χουμπαμπά στο δάσος των Κέδρων, ο
φίλος μου ο αγαπημένος που πλάι μου ριψοκινδύνεψε, ο Ενκιντού ο
αδελφός μου που τον αγάπησα πολύ εχάθει. Τον άρπαξε το τέλος των
θνητών. Και έκλαψα γι΄ αυτόν εφτά ημέρες και εφτά νύχτες, μέχρι που
πέσαν τα σκουλίκια στο σώμα του. Εξ αιτίας του αδελφού μου φοβήθηκα το
θάνατο, εξ αιτίας του αδελφού μου άρχισα να τρέχω στις ερημιές και
αναπαμό δεν βρίσκω. Η μοίρα του βαραίνει πάνω μου. Πώς είναι δυνατό
να σιωπήσω και να ηρεμήσω; Αυτός είναι πιά σκόνη. Κι εγώ θα πεθάνω.
Και μένα θα με βάλουνε για πάντα στη γή. Φοβήθηκα το θάνατο. Και γι΄
αυτό Ουρσαναμπί πές μου που είναι ο δρόμος που οδηγεί στον
Ουτναπιστίμ; Αν είναι δυνατό, θα διασχίσω και τα νερά του θανάτου. Αν όχι
θα συνεχίσω ακόμα να πλανιέμαι μέσα στην ερημιά".
Ο Ουρσαναμπί του είπε: "Γκιλγκαμές τα ίδια σου τα χέρια σε
εμποδίζουνε να διαπλεύσεις τον κεανό. Οταν έσπαζες τα πέτρινα
αντικείμενα, έσπαζες την ασφάλεια του πλοίου". Ο Γκιλγκαμές του
αποκρίθηκε: "Γιατί είσαι τόσο θυμωμένος μαζί μου, Ουρσαναμπί, αφού εσύ
διαπερνάς τον κεανό νύκτα και ημέρα κι όλες τις εποχές του χρόνου;". Κι
ο Ουρσαναμπί του είπε: "Αυτές οι πραγματικές πέτρες ήσαν εκείνες που με
μετέφεραν με σιγουριά πάνω από τον κεανό. Τώρα όμως Γκιλγκαμές
πήγαινε μέσα στο δάσος με το τσεκούρι σου κόψε πασάλους. Κόψε εκατόν
είκοσι πασάλους. Και κόψε τους εξήντα κυβικά μήκος. Βάψε τους με πίσσα,
δέσε τους με στεφάνι και φέρε τους εδώ". Οταν ο Γκιλγκαμές άκουσε αυτά,
πήγε στο δάσος έκοψε πασάλους, εκατόν είκοσι τον αριθμό. Και τους
έκοψε εξήντα κυβικά μήκος. Τους έβαψε με πίσσα, τους έβαλε στεφάνι και
τους πήγε στον Ουρσαναμπί. Μ΄ αυτούς επενδύσανε το πλοίο ο
Γκιλγκαμές και ο Ουρσαναμπί μαζί. Και έτσι ανοιχτήκαν στον κεανό. Για
τρείς ημέρες συνέχιζαν το ταξίδι τους και είχαν διανύσει διάστημα ενός
μηνός και δέκα πέντε ημερών. Και τότε ο Ουρσαναμπί οδήγησε το πλοίο
του στα νερά του θανάτου. Και είπε ο Ουρσαναμπί στον Γκιλγκαμές:
"Βιάσου. Πάρε ένα πάσαλο και σπρώξε τον προς τα εκεί, αλλά πρόσεξε τα
χέρια σου να μην αγγίξουν τα νερά". Ο Γκιλγκαμές πήρε έναν δεύτερο
πάσαλο, ύστερα έναν τρίτο κι ένα τέταρτο πάσαλο. Υστερα ο Γκιλγκαμές
πήρε έναν πέμπτο, έναν έκτο και έναν έβδομο πάσαλο. Κι ο Γκιλγκαμές
πήρε τον όγδοο, τον ένατο και το δέκατο πάσαλο. Κι ο Γκιλγκαμές πήρε τον
ενδέκατο και το δωδέκατο πάσαλο. Και αφού πέταξε τους εκατόν είκοσι
πασάλους ο Γκιλγκαμές χρησιμοποίησε τον τελευταίο. Και ύστερα
γυμνώθηκε ο ίδιος. Υψωσε το μπράτσο του σε κατάρτι και έκαμε τα ρούχα
του πανιά. Και έτσι ο Ουρσαναμπί, ο πορθμέας μετέφερε το Γκιλγκαμές
στον Ουτναπιστίμ, που τον ελέγανε και "Μακρινό", που ζούσε στο
Ντιλμούν, στη χώρα που περνάει ο ήλιος ανατολικά του βουνού. Μόνο σ΄
αυτόν οι θεοί, απ΄ όλους τους ανθρώπους χάρισαν την αιώνια ζωή.
Και τώρα ο Ουτναπιστίμ από εκεί που ζούσε με άνεση, κοίταξε
μακρυά και είπε μέσα του απορώντας: "Γιατί το πλοίο να πλέει χωρίς
άρμενα και κατάρτι; Γιατί να καταστράφηκαν οι ιερές πέτρες; Και γιατί δεν
φαίνεται κατάρτι στο πλοίο; Ο άνθρωπος που έρχεται δεν είναι απ΄ τους
δικούς μου. Απ΄ ότι βλέπω, ο άνθρωπος αυτός έχει σκεπασμένο το σώμα
του με δέρματα ζώων. Ποιός να είναι αυτός που ακολουθεί πίσω από τον
Ουρσαναμπί και που ασφαλώς δεν είναι από τους δικούς μου;". Και ο
Ουτναπιστίμ τον παρακολουθούσε με το βλέμμα του και του είπε: "Ποιό
είναι το όνομά σου εσένα που έρχεσαι εδώ, φορώντας δέρμα ζώων και που
τα μάγουλά σου είναι λιμασμένα κι είναι στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί
έρχεσαι τόσο βιαστικός; Γιατί έκανες τούτο το μεγάλο ταξίδι και γιατί
διέπλευσες θάλασσες που το πέρασμά τους είναι επικίνδυνο; Πές μου
λοιπόν τους λόγους που είρθες εδώ". Και κείνος του αποκρίθηκε:
"Γκιλγκαμές είναι το όνομά μου. Είμαι από την Ουρούκ από τον οίκο του
Ανού". Και τότε ο Ουτναπιστίμ του είπε: "Αν είσαι σύ ο Γκιλγκαμές, γιατί τα
μάγουλά σου είναι τόσο λιμασμένα κι είναι στεγνό το πρόσωπό σου; Γιατί η
καρδιά σου είναι πνιγμένη στην απελπισία κι είναι το πρόσωπό σου σαν
εκείνου που ταξίδεψε πολύ; Κι ακόμα γιατί το πρόσωπό σου είναι
ξεροψημένο από τη ζέστη και το κρύο; Και γιατί έφτασες εδώ αφού
περιπλανήθηκες στις ερημιές, αναζητώντας τον αέρα;".
Κι ο Γκιλγκαμές του είπε: "Πώς να μην είναι λιμασμένα τα μάγουλά
μου και στεγνό το πρόσωπό μου; Πνιγμένη στην απελπισία είναι η καρδιά
μου. Κι είναι το πρόσωπό μου σαν το πρόσωπο αυτού που ταξίδεψε πολύ
και ξεροψήθηκε στη ζέστη και στο κρύο. Και γιατί ναμην περιπλανηθώ στα
λειβάδια; Ο φίλος μου, ο πιό μικρός μου αδελφός που έπιασε και σκότωσε
τον Ταύρο του Ουρανού κι ανέτρεψε το Χουμπαμπά στο δάσος των
Κέδρων, ο φίλος μου ο πολυαγαπημένος, που πλάι μου ριψοκινδύνεψε, ο
Ενκιντού ο αδελφός μου, που τον αγαπούσα πολύ, εχάθηκε. Τον άρπαξε
το τέλος των θνητών. Και έκλαψα γι΄ αυτόν εφτά ημέρες και εφτά νύχτες
μέχρι που πέσαν τα σκουλίκια στο σώμα του. Εξ αιτίας του αδελφού μου
άρχισα να τρέχω στις ερημιές. Η μοίρα του βαραίνει πάνω μου. Πώς είναι
δυνατό να σιωπήσω και να ηρεμήσω; Αυτός είναι πιά σκόνη. Και γώ θα
πεθάνω και θα με βάλουνε για πάντα στη γή". Κι ύστερα ξανάπε ο
Γκιλγκαμές στον Ουτναπιστίμ: "Είρθα για να βρώ αυτόν που τον
αποκαλούν "Μακρινό". Γι΄ αυτό έκανα τούτο το ταξίδι. Γι΄ αυτό
περιπλανήθηκα στον κόσμο, γι΄ αυτό υπερπήδησα πολλές δυσκολίες. Γι΄
αυτό πέρασα θάλασσες. Γι΄ αυτό κουράστηκα ταξιδεύοντας. Οι αλοιφές
είναι οι πόνοι μου. Και ξέχασα τον ύπνο που είναι τόσο γλυκός. Τα ρούχα
μου ξεσχίστηκαν πρίν να φτάσω στο σπίτι της Σιντουρί. Σκότωσα την
αρκούδα και την ύαινα, το λιοντάρι και τον πάνθηρα, την τίγρη, το αρσενικό
ελάφι και τον αίγαγρο και όλα τα είδη αγριμιών μαζί και τα μικρά πλάσματα
των λειβαδιών. Εφαγα το κρέας τους και φόρεσα τα δέρματά τους. Κι έτσι
κατάφερα να φτάσω στο σπίτι της Σιντουρί, τηςνεαρής κοπέλλας που
φτιάχνει τα κρασιά, η οποία μούκλεισε την πόρτα της με πίσσα και κατράμι.
Μα απ΄ αυτήν πήρα την κατεύθυνση του ταξιδιού. Και έτσι έφτασα στον
Ουρσαναμπί, τον πορθμέα και μαζί του πέρασα τα νερά του θανάτου. Ώ
πατέρα Ουτναπιστίμ, εσύ που μπήκες στη σύναξη των Θεών, ήθελα να σε
ρωτήσω για ζητήματα, που έχουν σχέση με τη ζωή και με το θάνατο και για
το πώς θα βρώ τη ζωή που αναζητάω".
Κι ο Ουτναπιστίμ του αποκρίθηκε: "/εν υπάρχει σταθερότητα.
Φτιάχνουμε σπίτι, που να μείνει για πάντα; Κλείνουμε συμφωνίες που να
ισχύουν για πάντα; Τ΄ αδέλφια μοιράζουν την κληρονομιά για να την
κρατήσουν για πάντα; Μπορεί να διαρκέσει για πάντα η πλημμύρα των
ποταμών; Μονάχα η νύμφη του φτερωτού του δράκοντα που ρίχνει το
σκουλίκι της και μπορεί να κοιτάζει κατάματα τον ήλιο, μπορεί να μας
μοιάζει. Από τα πανάρχαια τα χρόνια τίποτα δεν μένει αμετάβλητο. Ο
ύπνος και ο θάνατος είναι πολύ διαφορετικά πράγματα. Κι όμως ο ύπνος
μοιάζει με το θάνατο. Τι διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον κύριο και στον
υπηρέτη του στο θάνατο; Αφού ο Αννουνάκι ο κριτής και η Μαμμέτουμ, η
μάνα της τύχης, καθορίζουν τις μοίρες των ανθρώπων, η ζωή κι ο θάνατος
μοιράζονται, αλλά η μέρα του θανάτου δεν αποκαλύπτεται".
Και τότε ο Γκιλγκαμές είπε στον Ουτναπιστίμ, στο "Μακρινό": "Σε
κοιτάζω Ουτναπιστίμ και βλέπω πώς το παρουσιαστικό σου δεν είναι
διαφορετικό από το δικό μου. Τίποτα το παράξενο δεν έχει η όψη σου.
Νόμιζα πώς θα έβρισκα κάποιον που να μοιάζει με ήρωα έτοιμο για μάχη.
Αλλά εσύ εδώ ζείς μέσα στις ανέσεις σου. Πές μου λοιπόν, πώς τα
κατάφερες και μπήκες στη συντροφιά των Θεών και ύστερα κέρδισες την
αιώνια ζωή;". Κι ο Ουτναπιστίμ είπε στο Γκιλγκαμές: "Θα σου αποκαλύψω
ένα μυστήριο. Θα σου μιλήσω για ένα μυστικό των Θεών".

5. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΥ
"Ξέρεις την πόλη Σουρρουπάκ που βρίσκεται στις όχθες του
Ευφράτη; Η πόλη αυτή είναι πολύ παλιά κι ακόμα πιό παλιοί είν΄ οι Θεοί
της. Εκεί ήταν ο Ανού, ο κυρίαρχος του στερεώματος, ο πατέρας των
Θεών. Eκεί ήταν κι ο πολεμικός Ελνίλ ο σύμβουλός τους, ο Νινούρτα ο
βοηθός, και ο Εννουζί ο επιτηρητής των καναλιών. Μαζί τους ήταν κι ο Εά.
Κείνον τον καιρό ο κόσμος πλήθαινε πολύ, οι άνθρωποι γεννοβολούσαν. Ο
κόσμος μούγκριζε σαν άγριος ταύρος. Οι μεγάλοι θεοί αναστατώθηκαν από
τις κραυγές τους. Ο Ενλίλ που άκουσε τις φωνές τους είπε στο Συμβούλιο
των Θεών: Οι βρυχηθμοί των ανθρώπων είναι ανυπόφοροι. Και δεν μπορεί
κανείς να κοιμηθεί μέσα σε τούτη την αταξία. Και τότε οι θεοί πρόθυμα
αποφάσισαν να εξαπολύσουν τον κατακλυσμό. Αλλά ο κύριός μου ο Εά, με
προειδοποίησε με ένα όνειρο. Ψιθύρισε τούτα τα λόγια στο καλαμόσπιτό
μου: "Καλαμόσπιτο, Καλαμόσπιτο, τείχος! ώ τείχος! άκουσε με προσοχή
καλαμόσπιτο που μοιάζεις τείχος. Ανθρωπε του Σουρρουπάκ, γιέ του
Ουμπάρα - Τουτού, γκρέμισε το σπίτι σου και φτιάξε ένα πλοίο. Παράτησε
την περιουσία σου και φρόντισε για τη ζωή σου. Περιφρόνησε τα αγαθά του
κόσμου και σώσε μόνο τη ζωή σου. Σου λέω: γκρέμισε το σπίτι σου και
φτιάξε πλοίο. Κι αυτά πρέπει να είναι τα μέτρα του πλοίου που θα φτιάξεις:
οι πλευρές του πλοίου να είναι ίσες. Το κατάστρωμά του να είναι
σκεπασμένο σαν το θόλο που σκεπάζει την άβυσσο. Και πάρε στο πλοίο
σου σπόρους όλων των ζωντανών πλασμάτων".
Οταν ξημέρωσε όλη μου η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω μου. Τα παιδιά
κουβαλούσαν πίσσα και οι άντρες έκαναν ότι μπορούσαν. Την Πέμπτη
ημέρα είχα έτοιμη την καρίνα και τα πλευρά. Κι ύστερα έφτιαξα γρήγορα το
σανίδωμα. Ο χώρος του ήταν ένα άκρ. Κάθε πλευρά του πλοίου
λογαριαζόταν σε εκατόν είκοσι κυβικά και το σχήμα του ήταν τετράγωνο.
Κατασκεύασα έξη καταστρώματα, το ένα κάτω από το άλλο, άθροισμα
εφτά. Τα χώρισα σε εννέα τμήματα με διαχώρισμα ανάμεσά τους. Οπου
χρειαζόταν έκανα χωρίσματα. Επιθεώρησα τα άρμενά του και έβαλα μέσα
εφόδια. Οι αχθοφόροι κουβάλησαν τα ειδικά λαγίνια με το λάδι. Ερριξα
πίσσα στην εστία και άσφαλτο και λάδι στο καλαφάτισμα και ακόμα πιό
πολύ αποθηκεύτηκε στο πλοίο. Εσφαξα ταύρο για τους ανθρώπους του
πλοίου και κάθε ημέρα έσφαζαν πρόβατα. Εδωσα στους εργάτες του
πλοίου άφθονο κρασί, θαρρείς και είτανε νεράκι, δυνατό κρασί και κοκκινέλι
και σκούρο και άσπρο κρασί. Και το γιορτάσαμε όπως γιορτάζουμε την
γιορτή της πρωτοχρονιάς. Εγώ ο ίδιος άλειψα το κεφάλι μου με αρωματικό
λάδι. Και την έβδομη ημέρα το πλοίο ήταν έτοιμο πέρα για πέρα.
/υσκολευτήκαμε στην καθέλκυσή του. Ανεβοκατεβάζαμε τα έρμα του
πλοίου, μέχρι που το πλοίο βυθίστηκε κατά δυό τρίτα. Φόρτωσαν πάνω
όλο το χρυσάφι που είχα και όλα τα ζωντανά, την οικογένειά μου, τους
συγγενείς μου, τα κτήνη του αγρού, τα άγρια και τα ήμερα και όλους τους
τεχνίτες. Τους ανέβαζα στο κατάστρωμα, γιατί είχε πληρωθεί ο χρόνος που
είχε ορίσει ο Σαμάς: "Τη βραδιά που ο καβαλάρης της θύελλας σκορπούσε
την καταστροφική του βροχή, έμπα μέσα στο πλοίο σου και κατέβασε τις
σκαλωσιές σου". Ο χρόνος είχε πληρωθεί. Εφθασε η νύχτα. Ο καβαλάρης
της θύελλας έστειλε τη βροχή. Κοίτταξα τον καιρό και ήταν τρομερός. Και
έτσι μπήκα στο πλοίο και κατέβασα τις σκαλωσιές. Τώρα είχαν όλα
συμπληρωθεί: και η σκαλωσιά και το καλαφάτισμα. Και έτσι έδωσα το
τιμόνι στον Πουζούρ Αμουρρί, τον πηδαλιούχο, μαζί με την ευθύνη της
ναυσιπλοϊας και τη φροντίδα του πλοίου. Με τα χαράματα ένα μαύρο
σύννεφο φάνηκε στον ορίζοντα. Βροντούσε μέσα εκεί που περνούσε ο
κύριος της θύελλας καβαλάρης, ο Αντάντ. Μπροστά, πάνω από το λόφο
και τον κάμπο του Σουλλάτ και Χανίς προχωρούσαν οι κήρυκες της
θύελλας. Και τότε φάνηκε ο θεός της αβύσσου. Ο Νεργκάλ έσπασε τους
υδατοφράκτες και των νερών του κάτω κόσμου. Ο Νικούρτας ο κύριος του
πολέμου έσπασε τα φράγματα και οι εφτά κριτές της κόλασης και ο
Αννουνάκι ύψωσαν τους δαυλούς τους για να φωτίσουν τη γή με το ωχρό
τους φώς. Μια ναρκωτική απελπισία υψώνονταν μέχρι τους ουρανούς,
όπου ο Θεός της θύελλας είχε μετατρέψει την ημέρα σε σκοτάδι και είχε
συντρίψει τη γή σαν κύπελλο. Μια ολόκληρη ημέρα η θύελλα
λυσσομανούσε, παίρνοντας καινούργια ορμή καθώς προχωρούσε και
ξεχύνονταν πάνω στους ανθρώπους, σαν θύελλα μαχών. Ο άνθρωπος δεν
μπορούσε να δεί τον αδελφό του, ούτε και άνθρωποι φαίνονταν από τον
ουρανό. Ακόμα και οι Θεοί τρόμαξαν από τον κατακλυσμό και κατέφυγαν
στα πιό ψηλά μέρη του ουρανού, στο στερέωμα του Ανού και ζάρωσαν στα
τείχη του ουρανού, σαν παλιόσκυλα. Και τότε η Ιστάρ η γλυκόφωνη
βασίλισσα των ουρανών φώναξε δυνατά σαν παραδουλεύτρα: "Αλλοίμονο
οι παλιές ημέρες έγιναν σκόνη, επειδή εγώ κατηύθυνα το κακό. Αλλά γιατί
να εισηγηθώ αυτό το κακό στο συμβούλιο των Θεών; Υποκινούσα
πολέμους για να καταστρέψω λαούς, αλλά οι λαοί αυτοί δεν ήσαν δικοί
μου. Εγώ τους έσπρωχνα. Και τώρα οι άνθρωποι επιπλέουν σαν τα αυγά
ψαριών στον ωκεανό". Και οι μεγάλοι Θεοί του Ουρανού και της κόλασης
έκλαψαν και σκέπασαν τα στόματά τους.
Εξη ημέρες και έξη νύχτες φυσούσαν δυνατοί άνεμοι, χείμαρροι,
θύελλες και πλημμύρες συγκρούονταν σα δυό φαντάσματα πολεμιστών.
Οταν ξημέρωσε η εβδόμη ημέρα, η θύελλα στο νότο κόπασε, η θάλασσα
ηρεμούσε και ο κατακλυσμός ησύχαζε. Ολη η ανθρωπότητα είχε γίνει
λάσπη. Η επιφάνεια της θάλασσας είχε γίνει επίπεδη και ο κατακλυσμός
ησύχαζε. Ανοιξα μια χαραμάδα και το φώς έπεσε στο πρόσωπό μου. Και
τότε έσκυψα κάτω και κάθισα και έκλαψα. Τα δάκρυα κυλούσαν στα
μάγουλά μου, γιατί παντού δεν υπήρχε τίποτα άλλο από νερά. Μάταια
αναζητούσα με το βλέμμα μου γή. Μακριά όμως σε απόσταση
δεκατεσσάρων λευγών εμφανίστηκε ένα βουνό και κεί άραξα το πλοίο μου.
Στο βουνό Νισίρ, το πλοίο μου σταμάτησε και πιά δεν κινιόταν. Σταμάτησε
τη μιά ημέρα και την άλλη ημέρα δεν κουνιόταν. Και πέρασε και η τρίτη
ημέρα κι η τέταρτη ημέρα και το πλοίο δεν κουνιόταν. Και την πέμπτη
ημέρα και την έκτη ημέρα το πλοίο είχε ακινητοποιηθεί στο βουνό. Οταν
ξημέρωσε η έβδομη ημέρα άφησα ένα περιστέρι ελεύθερο. Το περιστέρι
πέταξε μακρυά αλλά επειδή δεν βρήκε μέρος να σταθεί ξαναγύρισε. Υστερα
άφησα ελεύθερο ένα χελιδόνι. Και πέταξε και αυτό μακρυά, αλλά δεν βρήκε
μέρος να σταθεί και ξαναγύρισε. Αφησα ύστερα ένα κοράκι. Και το κοράκι
είδε ότι τα νερά είχαν αποτραβηχθεί, έφαγε, πέταξε γύρω μας, έκραζε και
πιά δεν ξαναγύρισε. Τότε τα άνοιξα όλα προς τους τέσσερους ανέμους,
έκανα μια θυσία και έχυσα τη σπουδή μου στο βουνό. Εφτά και άλλα εφτά
καζάνια έστησα. Μάζεψα ξύλα και καλάμια και κέδρα και μυρτιά. Οταν οι
Θεοί μυρίστηκαν τη γλυκειά μυρουδιά, μαζεύτηκαν σαν μυίγες πάνω στη
θυσία. Και τότε έφτασε επιτέλους και η Ιστάρ, ύψωσε το περιδέραιο με τα
κοσμήματα του ουρανού, που το έφτιαξε κάποτε για χάρη της ο Ανού: "Ώ
Θεοί, είπε, που μαζευτήκατε όλοι εδώ, με το λαζουρίτη που έχω στο λαιμό
μου, θα θυμάμαι αυτές τις ημέρες, όπως θυμάμαι και τα κοσμήματα του
στήθους μου. Αυτές τις τελευταίες ημέρες δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Και ας
κάνουμε το ίδιο όλοι οι θεοί, που μαζευτήκαν γύρω στη θυσία εκτός από
τον Ενλίλ. Αυτός δεν πρέπει να αγγίξει αυτήν την προσφορά, γιατί
προκάλεσε τον κατακλυσμό, χωρίς να το σκεφθεί. Και καταδίκασε το λαό
μου στην καταστροφή".
Οταν έφθασε ο Ενλίλ και είδε το πλοίο μου, θύμωσε, αγρίεψε και
καυγάδισε με τους θεούς που κατοικούν στον ουρανό: "Ξέφυγαν θνητοί
από την καταστροφή; /εν έπρεπε κανένας να επιζήσει". Τότε ο Θεός των
πηγαδιών και των καναλιών ο Νινούρτα άνοιξε το στόμα του και είπε στον
πολεμοχαρή τον Ενλίλ: "Ποιός από όλους τους θεούς θα μπορούσε να
μαντέψει τα πράγματα εκτός από τον Εά; Μόνο ο Εά γνωρίζει τα πάντα".
Και ο Εά άνοιξε το στόμα του και είπε στον πολεμοχαρή Ενλίλ: "Ηρωα
Ενλίλ εσύ που είσαι ο πιό σοφός απ' τους θεούς πώς μπόρεσες τόσο
ανόητα να εξαπολύσεις τον κατακλυσμό;
Η αμαρτία τον αμαρτωλό θα πρέπει να βαραίνει
και η παρανομία τον παράνομο
Τιμώρησέ τον λίγο όταν παραστρατεί
Μη γίνεσαι σκληρός και μήν τον αφανίζεις.
Μπορούσε το λιοντάρι να κατάστρεφε τον άνθρωπο
και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό.
Μπορούσε ο λύκος να κατάστρεφε τον άνθρωπο
και θάταν προτιμότερο απ' τον κατακλυσμό.
Μπορούσε η πείνα να αφάνιζε τον κόσμο
και θάταν προτιμότερη απ' τον κατακλυσμό.
Μπορούσε ένας λοιμός ν' αφάνιζε τον άνθρωπο
και θάταν προτιμότερος απ' τον κατακλυσμό.
Δεν είμαι εγώ που αποκάλυψα το μυστικό των θεών. Ο σοφός
άνθρωπος το έμαθε στο όνειρό του. Και τώρα το συμβούλιό μας πρέπει να
αποφασίσει τι κάνουμε αυτόν εδώ".
Και τότε ο Ενλίλ μπήκε στο πλοίο. Με πήρε από το χέρι. Πήρε μαζί
και τη γυναίκα μου και μας έβαλε στο πλοίο. Εμείς γονατίσαμε αντικρυστά
και κείνος έστεκε ανάμεσά μας. Και άγγιξε τα μέτωπά μας σαν σε ευλογία,
λέγοντάς μας: "Ουτναπιστίμ, παλιότερα είσουνα θνητός άνθρωπος. Από
δώ και μπρός εσύ και η γυναίκα σου θα ζήσετε μακρυά, εκεί που είναι οι
εκβολές των ποταμών". Και έτσι οι Θεοί με πήραν και με τοποθέτησαν εδώ
να ζώ μακρυά στις εκβολές των ποταμών.

6. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Κι ο Ουτναπιστίμ μου είπε: "Οσο για σένα Γκιλγκαμές που θέλεις να
πας στη σύναξη των Θεών για να εξασφαλίσεις τη ζωή που αναζητάς, τι
λές τώρα; Αν εξακολουθείς να το ποθής έλα και πραγματοποίησε τη
δοκιμασία που θα σου πώ: Για έξη ημέρες και εφτά νύχτες δεν πρέπει να
κοιμηθείς". Μα ενώ ο Γκιλγκαμές καθότανε ακουμπισμένος στους γοφούς
του, ο ύπνος, σαν το μαλακό και ερεθιστικό μαλλί της προβιάς τον
σκέπασε. Και ο Ουτναπιστίμ είπε στη σύζυγό του: "Κοίταξε το δυνατό
άνθρωπο που γύρευε την αιώνια ζωή, τον τύλιξε η καταχνιά του ύπνου". Κι
η σύζυγός του του είπε: "Σκούντηξε τον άνθρωπο να ξυπνήσει, για να
μπορέσει να ξαναγυρίσει ειρηνικά στο σπίτι του, ξαναπερνώντας από τις
ίδιες πύλες που έφτασε ως εδώ". Ο Ουτναπιστίμ απάντησε στη σύζυγό
του: "Ολοι οι άνθρωποι είναι κατεργαραίοι. Ακόμα και σένα θα
προσπαθούσε να σε εξαπατήσει. Γι΄ αυτό ψήσε καρβέλια ψωμί, για κάθε
ημέρα ένα. Και βάλετα δίπλα στο κεφάλι του. Και τράβα χαρακιές στον
τοίχο για τις ημέρες που κοιμάται".
Κι εκείνη έψηνε καρβέλια κάθε ημέρα και από ένα και τα έβαζε δίπλα
στο κεφάλι του. Και τράβαγε κι από μιά χαρακιά στον τοίχο, για την κάθε
ημέρα που κοιμόταν. Κι έφτασε καιρός που το καρβέλι της πρώτης ημέρας
ξεράθηκε, το δεύτερο έγινε πετσί, το τρίτο μούχλιασε όλο, του τέταρτου
έπιασε μούχλα η κόρα, το πέμπτο μούχλιασε στη μέση το έκτο ήταν ακόμα
φρέσκο, το έβδομο ήταν ακόμη στη φωτιά. Και τότε ο Ουτναπιστίμ τον
σκούντησε και ξύπνησε. Ο Γκιλγκαμές είπε στον Ουτναπιστίμ, το
"Μακρινό": "Μόλις που είχα αποκοιμηθεί όταν με σκούντησες". Και ο
Ουτναπιστίμ του αποκρίθηκε: "Μέτρησε εκείνα τα καρβέλια και θα μάθεις
πόσες ημέρες κοιμήθηκες, γιατί το πρώτο έγινε σκληρό, το δεύτερο σαν
πετσί, το τρίτο μούχλιασε ολόκληρο, του τέταρτου μούχλιασε η κόρα, το
πέμπτο μούχλιασε στη μέση, το έκτο είναι ακόμα φρέσκο και το έβδομο
βρισκόταν στη φωτιά όταν σε σκούντηξα και ξύπνησες". Ο Γκιλγκαμές
μουρμούρισε: "Τι πρέπει να κάνω, ώ Ουτναπιστίμ; που πρέπει να πάω;
Από τα τώρα κιόλας ο κλέφτης της νύχτας, μου κρατεί τα μέλη μου, ο
θάνατος κατοικεί μέσα στο δωμάτιό μου. Οπου σταματήσω εκεί θα βρώ το
θάνατο".
Και τότε ο Ουτναπιστίμ φώναξε τον Ουρσαναμπί τον πορθμέα:
"Συμφορά σε σένα Ουρσαναμπί και για τώρα και ακόμα πιό πολύ για
πάντα. Εγινες μισητός σ΄ αυτό το καταφύγιο. /εν έκανε εσύ ούτε και σύ
μαζί να διαπλεύσετε τη θάλασσα αυτή. Φεύγα λοιπόν εξορισμένος από
τούτες τις ακτές. Αλλά τον άνθρωπο αυτό, που τον περπάτησες και τον
έφερες εδώ, τον άνθρωπο αυτό, που το σώμα του έχει πληρότητα και που
έχει χαλάσει η χάρη των μελών του από τα δέρματα των αγρίων ζώων,
πήγαινέ τον να πλυθεί. Εκεί θα πλύνει τα μακρυά του τα μαλλιά και θα
γίνουν ολοκάθαρα σαν το χιόνι. Εκεί θα αλλάξει δέρμα. Και τα κομμάτια του
δέρματος που θα πέσουν πέταξέ τα για να τα πάρει η θάλασσα. Και τότε θα
φανεί η ομορφιά του σώματος και θα ξανανιώσει το στεφάνι του μετώπου
του. Και ρούχα θα του δοθούν για να κρύψει τη γύμνια του. Μέχρι που να
φτάσει στην πόλη του και να ολοκληρώσει το ταξίδι του, τα ρούχα αυτά δεν
θα του δείχνουν την ηλικία του. Θα τον δείχνουν νέο όπως και τα ρούχα
που θα φορεί". Και τότε ο Ουρσαναμπί πήρε το Γκιλγκαμές και τον οδήγησε
στο μέρος που έπρεπε να πλυθεί. Και κεί έπλυνε τα μακρυά του μαλλιά και
τα έκανε καθαρά σαν το χιόνι, απόβαλε το δέρμα του και το πέταξε στη
θάλασσα και το πήρε μακρυά. Και τότε φάνηκε η ομορφιά του σώματός
του. Ανανεώθηκε και το στεφάνι του μετώπου του. Και για να σκεπάσει τη
γύμνια του του δόθηκαν ρούχα, που δεν έδειχναν σημάδια ηλικίας και που
μπορούσε να τα φορεί και νάναι πάντα καινούργιος, μέχρι να ξαναφτάσει
στην πόλη του και να ολοκληρώσει το ταξίδι του.
Και ύστερα ο Γκιλγκαμές και ο Ουρσαναμπί ξανάρριξαν το πλοίο στη
θάλασσα και το ετοίμασαν να αναχωρήσουν. Αλλά η σύζυγος του
Ουτναπιστίμ, του "Μακρινού" είπε: "Ο Γκιλγκαμές είρθε εδώ εξαντλημένος
και ακόμη είναι κουρασμένος. Τι θα κερδίσει αν ξαναπάει στη χώρα του;".
Κι ο Ουτναπιστίμ αποκρίθηκε, ενώ ο Γκιλγκαμές με έναν πάσαλο,
προσέγγιζε το πλοίο στην ακτή: "Γκιλγκαμές, είρθες εδώ εξαντλημένος και
κατακούρασες τον εαυτό σου. Τι θα κέρδιζες αν θα ξαναπήγαινες στη χώρα
σου; Γκιλγκαμές, θα σου αποκαλύψω ένα μυστικό. Αυτό που σου
αποκαλύπτω είναι μυστικό των Θεών. Υπάρχει εδώ ένα φυτό που
μεγαλώνει κάτω από το νερό. Εχει βελόνες για αγκάθια και μοιάζει με
τριαντάφυλλο. Μπορεί να σου πληγώσει τα χέρια, αλλά αν καταφέρεις να
το πιάσεις, τότε τα χέρια σου θα κρατάνε εκείνο που ξαναδίνει στον
άνθρωπο τη νεότητά του". Οταν το άκουσε αυτό ο Γκιλγκαμές άνοιξε τη ροή
του νερού ώστε το γλυκό νερό να τόνε σύρει στο πιό βαθύ κανάλι. Εδεσε
βαρειές πέτρες στα πόδια του και τον έσυραν στα βαθειά της θάλασσας.
Και εκεί είδε το φυτό. Παρ΄ όλο που του τρύπησε τα χέρια, το έπιασε. Και
τότε έκοψε τις βαρειές πέτρες από τα πόδια του κι η θάλασσα τον έφερε
στην ακτή. Ο Γκιλγκαμές είπε στον Ουρσαναμπί τον πορθμέα: "Ελα να δεις
αυτό το θαυμάσιο φυτό. Με τη δύναμή του ο άνθρωπος μπορεί να βρεί τις
χαμένες του δυνάμεις. Θα το πάω στην Ουρούκ, την πόλη με τα ισχυρά
τείχη. Και κεί θα το δώσω στους γέρους να το φάνε. Και θα το ονομάσουμε:
"Αυτό που ξανανοιώνει τους γέρους". Και τελικά θα το φάω και γώ ο ίδιος
για να ξανααποκτήσω όλη μου τη νειότη". Κι έτσι ο Γκιλγκαμές
ξαναγυρνούσε από την Πύλη που είχε φτάσει ως εδώ. Ο Γκιλγκαμές και ο
Ουρσαναμπί επέστρεφαν μαζί. /ιάσχισαν τις είκοσι λεύγες και ύστερα
έκοψαν ταχύτητα. Υστερα από τριάντα λεύγες σταμάτησαν να ξενυχτήσουν.
Ο Γκιλγκαμές είδε ένα πηγάδι με δροσερό νερό και πήγε να πλυθεί.
Αλλά στο βάθος του πηγαδιού υπήρχε ένα φίδι. Και το φίδι οσφράνθηκε τη
μυρωδιά του άνθους. Βγήκε από το νερό, το άρπαξε και έφυγε τρέχοντας.
Αμέσως άλλαξε το δέρμα του και ξαναγύρισε στο πηγάδι. Κι ο Γκιλγκαμές
κάθισε κάτω κι έκλαψε. Τα δάκρυα τρέχουν στα μάγουλά του και πιάστηκε
από το χέρι του Ουρσαναμπί: "Ώ Ουρσαναμπί, γι΄ αυτό κουράστηκα και
πόνεσαν τα χέρια μου; Γι΄ αυτό έδωσα και το αίμα της καρδιάς μου; Για τον
εαυτό μου δεν κέρδισα τίποτα. Και τελικά όχι εγώ αλλά το ζωντανό της γής
το χάρηκε. Τώρα το έχει πάρει το ρεύμα και το έχει πάει είκοσι λεύγες πίσω
στο κανάλι, εκεί που το είχα βρεί. Βρήκα ένα σύμβολο και τώρα το έχασα.
Ας αφήσουμε λοιπόν το πλοίο στην ακτή και ας φύγουμε". Μετά από είκοσι
λεύγες έκοψαν την ταχύτητά τους. Και ύστερα από τριάντα σταμάτησαν να
ξενυχτήσουν. Σε τρείς ημέρες διανύσανε περισσότερο διάστημα από
κανονικό ταξίδι ενός μηνός και δέκα πέντε ημερών. Kαι όταν το ταξίδι
ολοκληρώθηκε, έφθασαν στην Ουρούκ, την πόλη με τα ισχυρά τείχη. Κι ο
Γκιλγκαμές, είπε στον Ουρσαναμπί, τον Πορθμέα: "Ουρσαναμπί, ανέβα
πάνω στα τείχη της Ουρούκ και κοίταξε τα θεμέλιά τους και το τείχωμα που
έχει γίνει από τούβλα. Κοίταξε και θα πειστείς πώς είναι από ψημένα
τούβλα. Στ΄ αλήθεια, οι εφτά σοφοί δεν τα θεμελίωσαν; Το ένα τρίτο είναι
πόλη, το ένα τρίτο κήπος και το ένα τρίτο χωράφια μαζί με τον περίβολο
της θεάς Ιστάρ. Αυτά τα μέρη και ο περίβολος είναι όλα της Ουρούκ".
Αυτό είναι το έργο του Γκιλγκαμές, του βασιλιά, που γνώρισε τις
χώρες όλου του κόσμου. Ηταν σοφός, είδε μυστήρια κι έμαθε μυστικά. Μας
έφερε μια αφήγηση για την πρίν από τον κατακλυσμό εποχή. Εκανε ένα
μεγάλο ταξίδι, κουράστηκε και τσακίστηκε από τη δουλειά και όταν γύρισε
χάραξε σε μιά πέτρα όλη του την ιστορία.

7. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ
Η μοίρα που καθόρισε ο πατέρας των θεών, ο Ενλίλ των βουνών για
το Γκιλγκαμές, εκπληρώθηκε: "Στη σκοτεινιά του κάτω κόσμου θα του
δείξουν ένα φώς. Σ΄ όλη την ανθρωπότητα από όσα γνωρίζουμε κανένας
άλλος δεν άφησε για τις ερχόμενες γενιές μνημείο που να μπορεί να
συγκριθεί με το δικό του. Οι ήρωες και οι σοφοί σαν κάθε καινούργιο
φεγγάρι έχουν την αύξησή τους και την ελάττωσή τους. Οι άνθρωποι θα
λένε: "Ποιός μπόρσε ποτέ να κυβερνήσει με περισσότερο μεγαλείο και
δύναμη από αυτόν;". Κι όπως στο μήνα το σκοτεινό, το μήνα των σκιών,
φώς δεν υπάρχει χωρίς αυτόν. Ώ Γκιλγκαμές, αυτό είναι το νόημα του
ονείρου σου. Σου δόθηκε η βασιλική χάρη, αυτή ήταν η μοίρα σου. Η
αιώνια ζωή δεν ήταν στη μοίρα σου. Μα γι΄ αυτό να μην στενοχωριέσαι, να
μη θλίβεσαι και να μη βασανίζεσαι. Σου δόθηκε η δύναμη να δένεις και να
λύνεις, να είσαι η σκοτεινιά και το φώς της ανθρωπότητας. Σου δόθηκε η
υπεροχή πάνω στο λαό, τέτοια, που κανένας δεν γνώρισε, νίκες στις μάχες,
ώστε κανένας να μη γλυτώσει από το σπαθί σου. Και νίκες στις επιδρομές
και στις αρπαγές, από τις οποίες κανένας δεν έλπιζε να επιστρέψει. Αλλά
μην κάνεις κατάχρηση αυτής της δύναμης. Να είσαι δίκαιος με τους
υπηρέτες σου στο παλάτι και δίκαιος μπροστά στον ήλιο".
Ο βασιλιάς τεντώθηκε κατάχαμα και δεν θα ξανασηκωθεί.
Ο κύριος της Κουλάμπ δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί.
Πέρασε πάνω από το κακό και πια δεν θα γυρίσει.
Παρ' όλο που στα χέρια ήταν δυνατός δεν θα ξαναγυρίσει.
Ηταν σοφός, ευχάριστος στην όψη και πιά δεν θα ξαναγυρίσει.
Τράβηξε πέρα στο βουνό και πιά δεν θα ξαναγυρίσει.
Στης μοίρας το κρεβάτι ξάπλωσε και δεν θα ξανασηκωθεί.
Απ' το πολύχρωμο το στρώμα δεν πρόκειται να ξανασηκωθεί.
Οι κάτοικοι της πόλης, μεγάλοι και μικροί, δεν έμειναν ασυγκίνητοι.
Ολοι άρχισαν το θρήνο, όλοι οι άντρες που είναι από σάρκα και από αίμα,
άρχισαν το θρήνο. Η μοίρα είχε πεί: σαν το πιασμένο στο αγγίστρι ψάρι έχει
ξαπλώσει στο κρεβάτι, σαν τη γαζέλλα που την έχουν πιάσει σε θηλειά.
Βαρειά κάθησε απάνω του ο απάνθρωπος Ναμτάρ, ο Ναμτάρ που δεν έχει
ούτε χέρια ούτε πόδια, που δεν πίνει νερό κι ούτε φαγητό τρώει.
Για το Γκιλγκαμές, το γιό της Νινσούν, έξω ζυγίζουνε τις προσφορές.
Κι είναι η αγαπημένη του γυναίκα, ο γιός του, η αγαπημένη του παλλακίδα,
οι μουσικοί του, οι παλιάτσοι του και όλο το σπιτικό του, οι υπηρέτες του, οι
επιστάτες του και όλοι όσοι ζούσαν στο παλάτι, ζυγίζανε τις προσφορές
τους για το Γκιλγκαμές, το γιό της Νινσούν, την καρδιά της Ουρούκ.
Ζυγίζανε τις προσφορές τους για την Ερεσκιγκάλ, τη βασίλισσα του
θανάτου και για όλους τους θεούς του Κάτω Κόσμου. Και ζύγιζαν τις
προσφορές για το Νατμάρ, που είναι η μοίρα. Ψωμί για το Νέτι, το φύλακα
της Πύλης, ψωμί για το Νινζιζίντα, το φιδοθεό, τον κύριο του /έντρου της
Ζωής. Το ίδιο και για τον νεαρό τσοπάνη, για την Ενκί και την Νινκί, για τον
Ντιντουκούγκα και τον Εντουκούγκα, για τον Ενμούλ και τον Νινμούλ, για
όλους τους προγονικούς θεούς που είναι συγγενείς του Ενλίλ. Ενα
συμπόσιο για το Σουλπαί, το Θεό των Συμποσίων. Για το Σαμουκάν, το θεό
των κοπαδιών, για τη μητέρα Νινχουρσάγκ και για τους θεούς της
δημιουργίας στο χώρο της δημιουργίας. Για κείνους που κατοικούν στον
ουρανό, ιερείς και ιέρειες, ζυγίζουνε τις προσφορές για το νεκρό.
Ο Γκιλγκαμές, ο γιός της Νινσούν, τοποθετήθηκε στον τάφο. Στο
χώρο των προσφορών ζυγίζουνε το ψωμί της προσφοράς. Στο χώρο της
σπονδής χύνουν το κρασί. Κείνες τις ημέρες ο άρχοντας Γκιλγκαμές
αναχώρησε, ο γιός της Νινσούν, ο βασιλιάς, ο απαράμιλλος, που ομοιός
του δεν στάθηκε άνθρωπος και που δεν ξέχασε τον Ενλίλ, τον κύριό του.

Ώ! Γκιλγκαμές, άρχοντα της Κουλάμπ, μεγάλη είναι η δόξα σου.

Sunday, 8 March 2009

Freikorps

Αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα του Πάνου Γιαννάκαινα περί στρατιωτικής ιστορίας, το κείμενο επίσης δημοσιεύθει στο τεύχος # 12 του περιοδικού Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, τον Ιανουάριο του 2007.

Οι παρακρατικοί ένοπλοι, που κατάφεραν να πνίξουν την επανάσταση των “Σπαρτακιστών” στο αίμα και να σχηματίσουν τους πρώτους πυρήνες των Ταγμάτων Εφόδου, συντελώντας στην θεμελίωση του ναζιστικού καθεστώτος.

Ιανουάριος 1919: Μέλη των freikorps εν δράσει, στους δρόμους του Βερολίνου. Μια καθημερινή εικόνα εκείνη την ταραγμένη εποχή.

Η συμφορά

Το 1918 η Αυτοκρατορική Γερμανία διέρχεται μιας σοβαρότατης κρίσης σε στρατιωτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Παρά τις προσδοκίες της για έναν σύντομο νικηφόρο πόλεμο, οι φονικές μάχες ακόμη σπαράζουν την καρδιά της Ευρώπης, καθηλώνοντας χιλιάδες στρατιωτών στα μισητά χαρακώματα. Μετά τις πολύνεκρες μάχες του Απριλίου και την αποτυχία της μεγάλης επίθεσης του Μάρνη στα τέλη Ιουλίου, η ηγεσία του Γερμανικού Επιτελείου αντιλαμβάνεται πλέον πως ο πόλεμος έχει χαθεί και προετοιμάζεται σιωπηρά για την διαπραγμάτευση των όρων της ειρήνης.

Μα ο στρατός δεν έχει ολοκληρωτικά ηττηθεί. Αμύνεται σθεναρά, κρατώντας τον πόλεμο μακριά από τα σύνορα της πατρίδας του. Έχοντας μάλιστα νικήσει τους Ρώσους στην ανατολή και υποχρεώνοντάς τους στην επονείδιστη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (Μάρτιος 1918), ο πονοκέφαλος των δυνάμεων της Αντάντ επιδεινώνεται, αφού οι αποδεσμευμένες πια ανατολικές μεραρχίες των Γερμανών τοποθετούνται στο δυτικό μέτωπο. Αλλά η αποτυχία του υποβρυχιακού πολέμου της προηγούμενης χρονιάς, με τον οποίο ελπίζουν να εξαναγκάσουν την Αγγλία σε ανακωχή και να αποθαρρύνουν την επέμβαση των Αμερικανών, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στην εύθραυστη αισιοδοξία του Γενικού Επιτελείου.

Νοέμβριος 1918: Γερμανοί στρατιώτες επιστρέφουν από το μέτωπο στο Βερολίνο, κάτω από βλέμματα συμπαθείας του λαού. Για πολλούς από αυτούς οι περιπέτειες δεν θα σταματήσουν εδώ.

Στην διάρκεια του πολέμου, η Δεξιά προπαγάνδα εργαζόταν με ζήλο πάνω στον απατηλό καμβά του μύθου σχετικά με την “αταξική κοινωνία” των χαρακωμάτων. Οι φιλόδοξοι οπαδοί της μεγαλόπνοης πολιτικής του Κάϊσερ, οι εύπιστοι διανοούμενοι και οι θερμοκέφαλοι Πρώσοι αριστοκράτες στρατιωτικοί αρέσκονταν να φαντασιώνονται εξιδανικευμένες σχέσεις συντροφικότητας μεταξύ των συμπολεμιστών της πρώτης γραμμής, θεωρώντας τες αποτέλεσμα των κοινών μακροχρόνιων εμπειριών και κινδύνων. Δεν είναι απίθανο να συνέβαινε κάτι τέτοιο στις αρχές του πολέμου, όταν ακόμη η εύρωστη Reichswehr θριάμβευε. Μα στα τέλη του 1918, οι μαχητές οπωσδήποτε αισθάνονται διαφορετικά. Στον αριθμό αυτών που λίγο πριν την λήξη των εχθροπραξιών έσπευσαν να καταταγούν στα Freikorsps, θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε τον εξίσου σημαντικό αριθμό των μελών των αντιπολεμικών οργανώσεων, όπως η “Ένωση Αναπήρων Πολέμου”, η“Βετεράνοι του Πολέμου” κ.ά. Η επακόλουθη διαίρεση του λαού αντικατοπτρίζει τις διαφορετικότητες των εμπειριών και των αντιλήψεων των πολεμιστών, που σαφώς ενίσχυσαν το χάσμα μεταξύ των αντικρουόμενων πολιτικών ομάδων.

Ένοπλοι Σπαρτακιστές σε πορεία, στο κέντρο του Βερολίνου. Σύντομα θα αποδειχθεί ότι ο ενθουσιασμός δεν αρκεί, ώστε να θεωρηθεί επιτυχής μια επανάσταση.

Επιπλέον, η επιμονή του Επιτελείου σ’ έναν αμυντικό πόλεμο φθοράς του αντιπάλου αντιτίθεται στην γενική επιθυμία για ειρήνη. Το εξαντλημένο από τις μακροχρόνιες μάχες, στράτευμα έχει απολέσει την πίστη του στους Στρατάρχες, που πλέον αποδεικνύονται ανίκανοι να εξαργυρώσουν τον ποταμό αίματος με μια λαμπρή νίκη. Οι ελπίδες που στηρίχτηκαν στον οίκο των Χοχεντσόλερν (Hohenzollern) εξανεμίζονται κάτω από τον όλεθρο των βλημάτων και τον ενθουσιασμό των πρώτων νικών διαδέχεται ο τρόμος και η αβεβαιότητα για την ίδια την ύπαρξη. Οι αυταπάτες, που δημιούργησαν τα οράματα του Βίσμαρκ για μια δεσπόζουσα Γερμανία επί των “υπανθρώπων” (Untermenschen) της Ανατολής αποτελούν παρελθόν, αφού ο Γερμανός στρατιώτης δεν είναι πια πρόθυμος να πολεμάει για την δόξα των Πρώσων αριστοκρατών αξιωματικών και το μεγαλείο του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Συναισθάνεται το καταστροφικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η πατρίδα και προφασίζεται δικαιολογίες για να επιστρέψει σπίτι του. Πολλοί αυτοτραυματίζονται, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν λίγες μέρες “ανάρρωσης” σε κάποιο νοσοκομείο των μετόπισθεν. Άλλοι λιποτακτούν και παραδίνονται στα συμμαχικά στρατεύματα, που τώρα επελαύνουν ταχύτατα προς τον Ρήνο. Οι πεδιάδες της Καμπανίας και της Φλάνδρας, όπου οι νεοκαταταχθέντες νεαροί του 1914 οραματίζονταν μια ένδοξη νίκη, γίνεται ο τάφος χιλιάδων Γερμανών, την στιγμή που το Γενικό Επιτελείο και η ελίτ των αριστοκρατών του στρατού, εκτιμώντας με υπερβάλλουσα αισιοδοξία την απέλπιδα κατάσταση, πασχίζουν να περισώσουν το γόητρο και την ακεραιότητα του εξασθενημένου Ράιχ. Στα δυτικά, ορθώ-νεται η απειλή των Συμμάχων, που μόλις και μετά βίας συγκρατούνται από το να ξεχυθούν στις κοιλάδες του Ρουρ και να κατασφάξουν τις ατέλειωτες στρατιές “φαντασμάτων” που επέστρεφαν από τα χαρακώματα του Αρτουά, του Υπρ, του Αρράς και του Βερντέν. Στα ανατολικά, γιγαντώνονται τα πολωνικά κινήματα για την ανεξαρτησία, καθοδηγούμενα από την ατσάλινη πυγμή του Στρατάρχη Πιουσούντσκι (Piłsudski). Στα νότια, η αυτονομιστική τάση των επαρχιών της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης δυναμιτίζει την ενότητα του Ράιχ. Ολόκληρη η Γερμανία, μπροστά σε τούτη τη συμφορά, αγγίζει τα όρια της απόλυτης καταστροφής.

Μέλη του "Σώματος Έρχαρτ" σε περιπολία στην Βίλχελμστράσσε του Βερολίνου. Όποιον συνελάμβαναν τον εκτελούσαν επί τόπου.

Λαϊκή αντίδραση

Πίσω στην πατρίδα, ο λαός που μέχρι τώρα υπέμενε τα πάνδεινα εξαιτίας των πολεμικών αναγκών, μπροστά στην ολέθρια αυτή κατάσταση επαναστατεί. Η διετία 1915-1916 χαρακτηρίζεται ήδη από αντιδραστικές κινητοποιήσεις, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, που πλήττονταν περισσότερο από έλλειψη τροφίμων και ειδών άμεσης ανάγκης. Το “μαύρο εμπόριο” παίρνει τραγικές διαστάσεις καταστρέφοντας τις ασθενέστερες οικονομικές τάξεις, την στιγμή που μεγαλοσχήμονες επιχειρηματίες κυκλοφορούν επιδεικτικά με πολυτελείς λιμουζίνες και γούνινα παλτά, εκμεταλλευόμενοι κατά τον πιο ανήθικο τρόπο την ανάγκη των φτωχών συμπολιτών τους. Επιπλέον, έχουν στην οικογένειά τους στρατεύσιμα μέλη που ουδέποτε άγγιξαν όπλο. Η κοινωνική αυτή αδικία, σε συνδυασμό με το σοκ που προκαλεί η καθημερινή θέα των σακατεμένων στο μέτωπο παιδιών του λαού, διογκώνει ακόμη πιο πολύ το μίσος του λαού προς τη νομενκλατούρα και την αριστοκρατία του χρήματος. Το κοινωνικό χάσμα είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα δημιουργήσει τριγμό στα θεμέλια της πολιτείας. Η διαφθορά σε όλους σχεδόν τους τομείς των συνδιαλλαγών με τους δημόσιους λειτουργούς, η γραφειοκρατία, η άρνηση εξυπηρέτησης όσων δεν είχαν τα “μέσα” και τις “γνωριμίες” και η εξόφθαλμα μονόπλευρη προώθηση συμφερόντων των οικονομικά ισχυρών διχάζουν τον λαό σε βαθμό που να απειλείται η εθνική ενότητα. Το κράτος διαρκώς συρ-ρικνώνεται σ’ έναν ιδιοτελή μηχανισμό, που χωρίς κοινά αποδεκτές και αναγνωρισμένες εξουσίες αδυνατεί να επιβάλει το νόμο.

Το 1917 στο δελτίο σίτισης η ημερήσια μερίδα τροφής κατ’ άτομο ορίζεται κάτω από τις 1.000 θερμίδες, την στιγμή που απαιτείται παραπάνω από το διπλάσιο για να επιβιώσει ένας εργαζόμενος στις σκληρές καιρικές συνθήκες του χειμώνα. Ακόμη και το κάρβουνο, τα καύσιμα, τα φάρμακα, το αλεύρι σπανίζουν. Η διανομή κάποιων από αυτά γίνεται επιλεκτικά και σε ελάχιστες ποσότητες, αποκλείοντας ένα μεγάλος μέρος των αστικών πληθυσμών σε όφελος όσων μπορούν να χρηματίσουν τους αρμόδιους. Η συνείδηση, το δημόσιο συμφέρον και η ευημερία του λαού καταντούν έννοιες μη αναγνωρίσιμες. Παντού κυριαρχεί η κενότητα, το ατομικό συμφέρον και η διάθεση για παράνομο πλουτισμό. Οι κοινωνικές εντάσεις οξύνονται, οι πεινασμένες μάζες εφορμούν και λεηλατούν καταστήματα και αποθήκες μαυραγοριτών, οι απεργιακές κινητοποιήσεις διατρέχουν την χώρα από άκρη σε άκρη παραλύοντας κάθε παραγωγική διαδικασία. Η ανεργία, ο πληθωρισμός και η ευτέλιση της ανθρώπινης ζωής γίνονται τα κύρια χαρακτηριστικά της γερμανικής κοινωνίας, που σαστισμένη από την επικείμενη τελική ήττα και τον κίνδυνο μιας στρατιωτικής κατοχής από του Συμμάχους ανασκουμπώνεται και προσπαθεί να επιβιώσει. Οι γυναίκες, ελλείψει αντρικών χεριών, απασχολούνται στην βιομηχανία, στις μεταφορές, στις αγροτικές ασχολίες και γενικά οπουδήποτε μπορούν να χρησιμεύσουν. Οι ουρές στα σημεία διάθεσης τροφίμων ή κάρβουνου επιμηκύνονται ανησυχητικά, η πείνα θερίζει τα αστικά κέντρα και η ύπαιθρος βασανίζεται από “εισβολές” των εξαθλιωμένων αστών. Είναι πράγματι οι καταλληλότερες συνθήκες για να αναπτυχθεί η θεωρία της “πισώπλατης μαχαιριάς” (dolchstoss): οι προδότες Σοσιαλιστές πολιτικοί και οι Εβραίοι κεφαλαιοκράτες φέρουν την ευθύνη για την κατάντια της πατρίδας. Αυτοί οι ίδιοι θα προτάξουν την ιδέα της ανακωχής, την στιγμή που οι στοιχειωμένες ψυχές όσων μάταια χάθηκαν στα χαρακώματα δεν έχουν ακόμη αναπαυθεί.

Τον Νοέμβριο του 1918, η λαϊκή κατακραυγή για τους απαράδεκτα σκληρούς και άδικους όρους της ανακωχής επιβάλλει την παραίτηση του Γουλιέλμου Β΄ από το θρόνο και ο στρατός, συμπορευόμενος με τους εργάτες, τους μικρομεσαίους αστούς και τους μικροκαλλιεργητές της γης, επαναστατεί.

Επιθεώρηση των εθελοντών του Μέρκερ από τον Υπουργό Νόσκε. Οι άντρες αυτοί αποδείχτηκαν ιδιαίτερα άκαμπτοι και σκληροί κατά την διάρκεια της "κόκκινης επανάστασης".

Η “Δημοκρατία των Συμβουλίων”

Η επαναστατική κινητοποίηση ξεκίνησε από το Βίλχελμσχάβεν και το Κίελο κατά τα τέλη Οκτωβρίου. Στις 9 Νοεμβρίου φτάνει στο Βερολίνο, με κεντρικό σύνθημα τον άμεσο τερματισμό του πολέμου. Αρκετοί αντιδρούν σε αυτό το ρεύμα ηττοπάθειας. Όταν ανακοινώνεται το αίτημα της Γερμανίας για ανακωχή όλοι συγκλονίζονται, αφού κανείς δεν είναι ψυχολογικά έτοιμος να ενστερνιστεί την υπόθεση της ήττας. Οι κινητοποιημένες μάζες οργανώνονται σε Στρατιωτικά και Εργατικά Συμβούλια, αλλά οι ενέργειες αυτές αποτελούν μόνο την έκφραση ενός ασυντόνιστου και απείθαρχου αυθορμητισμού.

Οι ριζοσπαστικές αλλαγές που επιθυμούν προσανατολίζονται σε μια συνταγματική μοναρχία κι έναν εκδημοκρατισμό των υφιστάμενων θεσμών, όχι σε μια εκ θεμελίων ανατροπή του υπάρχοντος πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό της Δεξιάς, ότι η εξέγερση υποδαυλίστηκε από κομμουνιστές και αντιδραστικούς σοσιαλίζοντες, που τάχα εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα σκοτεινών σιωνιστικών κύκλων και μεγιστάνων της παραοικονομίας. Στην πραγματικότητα ήταν ο απλός λαός που σήκωσε, εξαιτίας της μαζικής δυσαρέσκειας προς τις δυσμενείς για την χώρα εξελίξεις του πολέμου, τις σημαίες της επανάστασης, καθιερώνοντας ένα καθεστώς “Δημοκρατίας των Συμβουλίων” (Räterepublik).

Ασφαλώς, στους κόλπους των εξεγερθέντων υπάρχει και μια μειονότητα ακραίων στοιχείων, που διεκδικούν πλήρη ανατροπή του καθεστώτος και περισσότερο ριζοσπαστικές αναμορφώσεις σε όλο το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό φάσμα (π.χ. κοινωνικοποίηση των βιομηχανιών, των εργοστασίων και των ορυχείων, εκδημοκρατισμό του στρατού και των κρατικών υπηρεσιών -ακόμη και αλλαγή στο εκλογικό σύστημα). Είναι η περίοδος κλυδωνισμού της μοναρχίας και των παραδοσιακών αριστοκρατικών οικογενειών, που αιώνες τώρα μονοπωλούν το δικαίωμα στην εξουσία. Στις 7 Νοεμβρίου ο οίκος των Βίττελσμπαχ (Wittelsbach), από τον οποίο προέρχονται οι άρχοντες της Βαυαρίας για διάστημα μεγαλύ-τερο των 700 ετών, καταρρέει. Δυο μέρες αργότερα καταρρέει και η δυναστεία του Κάϊζερ. Η κόκκινη σημαία υψώνεται στο παλάτι του στο Βερολίνο, στην θέση της παλαιάς με τα αυτοκρατορικά διακριτικά.

Άνδρες των freikorps οπλισμένοι με φλογοβόλα ετοιμάζονται να επιτεθούν κατά μιας μονάδας του ναυτικού και μέρους του πληθυσμού του Βερολίνου.

Οι Σοσιαλδημοκράτες, με ηγέτη τον Έμπερτ (Friedrich Ebert), σύντομα ασπάζονται πιο μετριοπαθή τακτική. Εγκαταλείποντας τους υψηλούς τόνους περί κοινωνικών αλλαγών, προσπαθούν να ενσωματώσουν την πράγματι κυρίαρχη δύναμή τους με αυτή των παλαιοκαθεστωτικών και των συντηρητικών, απογοητεύοντας όμως την σκληροπυρηνική πτέρυγα των οπαδών τους. Ο πρωθυπουργός Άισνερ (Kurt Eisner), υποστηρίζοντας σταθερά το σενάριο της άμεσης λήξης του πολέμου, είχε ήδη οδηγήσει το Σοσιαλιστικό Κίνημα σε διάσπαση την προηγούμενη χρονιά (1917), στην προσπάθειά του να εκβιάσει προς αυτή την κατεύθυνση. Τότε είχε παρακινήσει απεργίες, με σκοπό την βιομηχανική και εξοπλιστική αποδυνάμωση της Γερμανίας. Τώρα, στα τέλη του 1918, η πτέρυγα της οποίας ηγείται εγκαταλείπει την Κυβέρνηση του Βερολίνου και αποχωρεί από το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων του Λαού. Κι όταν, τον Ιανουάριο του 1919, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SPD) προσεγγίζει ανοιχτά την Δεξιά για να κατασταλεί η εξέγερση των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόματος (KPD), ενεργοποιώντας τις δυνάμεις του στρατού (Reichswehr) και των Ελευθέρων Σωμάτων (Freikorps), η ήδη έκρυθμη κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και η επανάσταση καταλήγει σε χάος και αναρχία.

Το Μόναχο βράζει σαν καζάνι μαγισσών. Ο στρατός έχει πάψει να υποστηρίζει τη Μοναρχία, αφήνει τον έλεγχο των στρατώνων στους εξεγερθέντες χωρικούς και τους εργάτες δίχως να προβάλει καμιά απολύτως αντίσταση. Δέχεται τα γεγονότα με την παθητικότητα του κουρασμένου πολεμιστή. Οι περισσότεροι στρατιώτες, πεπεισμένοι για τα ευγενή ιδεώδη της επανάστασης, περνούν στο μπράτσο τους την κόκκινη κορδέλα των Σπαρτακιστών.

Τη νύχτα της 7ης Νοεμβρίου 1918 ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Γ΄εγκαταλείπει οικογενειακά την χώρα, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης κάτω από την ηγεσία του Άισνερ, που τώρα επιδιώκει να συνασπίσει τα δυο αντιτιθέμενα ρεύματα μέσα στην ίδια την Σοσιαλδημοκρατία: του ιδεαλιστές ριζοσπαστικούς (USPD) και τους μετριοπαθείς αντεπαναστάτες (SPD). Γρήγορα αποδεικνύεται ατελέσφορος. Τα οικονομικά του κράτους βρίσκονται σε άθλα κατάσταση, τα κοινωνικά προβλήματα συσσωρεύονται στις εύθραυστες πλάτες του κινήματός του, που μάταια πασχίζει να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στις ρηξικέλευθες ιδεολογικές απόψεις και την αποκαρδιωτική πραγματικότητα: αν δεν κατευνάσει τους αγρότες, υπαναχωρώντας ως προς το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, ο ανεφοδιασμός των αστικών κέντρων από την επαρχία κινδυνεύει να μπλοκαριστεί.

Μόναχο, 28 Απριλίου 1919: τακτικός στρατός και freikorps καταλαμβάνουν την πόλη, μετά από μάχη τεσσάρων ημερών.

Στις εκλογές του Ιανουαρίου 1919 το USPD συνθλίβεται. Η αγροτική τάξη δίνει έτσι ένα μάθημα στους φιλόδοξους και αιθεροβάμονες Σοσιαλιστές της συντηρητικής πτέρυγας, που δεν κατάφερναν όλο αυτό το διάστημα να ικανοποιήσουν τις λαϊκές απαιτήσεις για ομαλότητα και κατάπαυση της αναρχίας. Οι κινητοποιήσεις εντείνονται φορτίζοντας επικίνδυνα το πολιτικό κλίμα. Η διασφάλιση των δημοσίων εκδηλώσεων των ριζοσπαστών και των αναρχικών επιτυγχάνεται με “Ερυθροφρουρούς”, που περιπολούν και προπαγανδίζουν ασταμάτητα, διενεργώντας συχνά συμπλοκές με τις δυνάμεις της συντήρησης, δηλαδή τους Σοσιαλιστές της Πλειοψηφίας. Αυτοί, μαζί με τους Κομμουνιστές, αρνούνται την συμμετοχή τους στην “Δημοκρατία των Συμβουλίων”. Οι τελευταίοι μάλιστα την ονομά-ζουν ειρωνικά “δημοκρατία των ψευτοσυμβουλίων” (Scheinräterepublik) και πασχίζουν με κάθε τρόπο να την ανατρέψουν. Η είδηση της δολοφονίας (21/2/1919) του Άισνερ από τον αριστοκράτη φοιτητή και πρώην αξιωματικό Άρκο Βάλεϋ (Graf Anton von Arco-Valley) είχε ήδη πυροδοτήσει την ένοπλη αντιπαράθεση. Τελικά, οι Κομμουνιστές καταφέρνουν να κυριαρχήσουν, έστω και για δύο περίπου εβδομάδες. Ο παλαίμαχος κομμουνιστής Λεβινέ (Eugen Leviné), ηγέτης του νέου Εκτελεστικού Συμβουλίου, διακηρύσσει την δικτατορία του προλεταριάτου για όλη την Βαυαρία. Απέναντί του θα βρει το φοβερό σήμα της λευκής νεκροκεφαλής: τους σκληροτράχηλους και φανατικούς άνδρες των Freikorps.

Η γέννηση των “Freikorps”

Με άριστη δεξιοτεχνία, το Γερμανικό Επιτελείο κατάφερε να εκπονήσει ένα σχέδιο επιστροφής των στρατιωτών στην πατρίδα, σώζοντας την τιμή και την ζωή τους. Αυτοί οι αήττητοι στο μέτωπο άνδρες, που αποτελούσαν πια ένα είδος σπάνιου πολεμιστή εξοικειωμένου με την ιδέα του θανάτου και θωρακισμένου με την αδάμαστη θέληση για επιβίωση, είχαν ακλόνητα πειστεί ότι ο πόλεμος χάθηκε εξαιτίας της ανικανότητας των πολιτικών. Μετά από τόσους μήνες στα χαρακώματα, πιθανόν να λησμόνησαν τον λόγο για τον οποίο έχυναν το αίμα τους και ο πόλεμος να αποτελούσε γι’ αυτούς έναν φρικαλέο αυτοσκοπό. Η αστική ζωή, στην οποία καλούνταν τώρα να συνηθίσουν, ασφαλώς φάνταζε πληκτική και ανούσια. Φορτισμένοι από το αίσθημα της εθνικής ντροπής, εύλογα ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Στρατηγού Μέρκερ, διοικητή της 214ης Μεραρχίας Πεζικού, όταν ο διορατικός αυτός αξιωματικός αποφάσισε να οργανώσει ένα σώμα επίλεκτων από αυτούς που ακόμη δεν παρουσίαζαν δείγματα πολιτικής “διαφθοράς”. Πρόθεσή του ήταν να συμβάλει αρνητικά στην πλήρη διάλυση του στρατεύματος, ώστε να μπορέσει αργότερα να τα διαθέσει στην υπηρεσία της κυβέρνησης που θα προέκυπτε.

Σκηνή από την άμυνα των "υπερασπιστών" του Βερολίνου. Τα οδοφράγματα στην συνοικία των εφημερίδων αποτελούνταν από χοντρούς πάκους δημοσιογραφικού χαρτιού.

Το πρώτο Freikorp σχηματίστηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1918, αφού πρώτα ο Μέρκερ έλαβε την σχετική άδεια. Ονομάστηκε “Σώμα κυνηγών”, είχε δικό του αυστηρό κανονισμό και ένα αρχικό εγχειρίδιο με οδηγίες που αφορούσαν την οργάνωση, την διοίκηση και τους σκοπούς δράσης της ομάδας. Τα κριτήρια επιλογής των μελών ήταν αυστηρότατα. Αυτά εντάχθηκαν σε αρκετές μικρότερες μικτές μονάδες, που τα στελέχη τους προέρχονταν από όλα τα όπλα: πεζικό, πυροβολικό, καταδρομείς, υγειονομικό κ.λ.π. Προβλέπονταν ακόμη και υπηρεσίες επιμελητείας και λογιστικής. Η αυτονομία αυτή εξασφάλιζε μια πληθώρα επιλογών κατά τον τρόπο που θα πραγματοποιούσαν τις ένοπλες κρούσεις και μια σπάνια ελευθερία κινήσεων, που αργότερα θα χαρακτήριζε ολόκληρη την δομή και οργάνωση της Βέρμαχτ, εξασφαλίζοντας γι’ αυτήν σαρωτικές νίκες. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ο Μέρκερ κατάφερε να οργανώσει 3 τέτοια μικτά τάγματα 4.000 ανδρών.

Παρέμενε, ωστόσο, άλυτο το πρόβλημα του εξοπλισμού τους. Οι περισσότερες αποθήκες είχαν κυριευθεί από τους επαναστάτες και φυλάσσονταν με δρακόντεια μέτρα. Κάποιες είχαν λεηλατηθεί από τον λαό. Γιατί και οι επαναστάτες αντιμετώπιζαν επισιτιστικά και εξοπλιστικά προβλήματα. Η αδιαλλαξία και η ανώριμη πρακτική ατέρμονων φιλοσοφικών και θεωρητικών συζητήσεων, άλλωστε, τους είχε καταστήσει μαλθακούς και άτολμους, ώστε να μην μπορέσουν έγκαιρα να οργανώσουν τα θέματα επιμελητείας του κινήματός τους. Αλλά κάποιοι θερμοκέφαλοι, που ευαγγελίζονταν την απόλυτη προσαρμογή στις ιδεολογικές απαιτήσεις της Σοβιετίας και του Μαρξ, εξωθούσαν την όλη κατάσταση στα άκρα. Όταν έφτασαν στο λιμάνι της Βρέμης τα καράβια της αποστολής Χούβερ, που ο εξαθλιωμένος λαός τα περίμενε αγωνιωδώς, οι εργάτες αρνήθηκαν να ξεφορτώσουν το περιεχόμενο. Οι απεργίες στα ανθρακωρυχεία του Ρουρ παρέλυσαν την βιομηχανική παραγωγή, θέτοντας την ζωή των ίδιων των εργατών σε άμεσο κίνδυνο. Από σπάνια καλοτυχία, οι άνδρες του Μέρκερ εντόπισαν μια κατάμεστη ρουχισμού και όπλων αποθήκη εντελώς ανέπαφη. Ακόμη και κανόνια βρέθηκαν για να εξοπλιστούν οι άνδρες του, που τώρα πάνοπλοι ξεκινούν για το στρατόπεδο Τσόσεν, κοντά στο Βερολίνο. Η πρωτεύουσα βρίσκεται ήδη στο έλεος των επαναστατών Ερυθροφρουρών, του μανιασμένου λαού και μιας Μεραρχίας ανδρών του Γερμανικού Ναυτικού, κάτω από τις διαταγές του ναύτη Ντόρεμπαχ (Dorebach).

Το παράδειγμα του Μέρκερ μιμήθηκαν πολλοί ακόμη αξιωματικοί. Ο συνταγματάρχης Ράινχαρντ (Wilhelm Reinhard), άλλοτε διοικητής του 4ου Συντάγματος της Φρουράς, τα Χριστούγεννα του 1918 δημοσίευσε μια αγγελία στις εφημερίδες με σκοπό να συγκεντρώσει τους παλιούς υπαξιωματικούς της μονάδας του. Αργότερα, αυτοί αποτέλεσαν τους πλέον επίμονους στρατολόγους του: για ολόκληρες εβδομάδες επικοινωνούσαν με τους αποστρατευμένους συναδέλφους τους, τους διασκορπισμένους σε όλες τις επαρχίες της ταραγμένης πατρίδας.

Το γενικό στρατηγείο του Νόσκε στο Βερολίνο. Ο Νόσκε υπήρξε Υπουργός Εθνικής Άμυνας από το 1919 ως το 1920.

Παράλληλα, μια θύελλα προκηρύξεων ανακαλούσε μνήμες του μετώπου και υπερτόνιζε τον κίνδυνο απώλειας των ανατολικών επαρχιών, υποσχόμενες στους ένθερμους πατριώτες που θα κατατάσσονταν ασφάλεια, τροφή, μισθό και μια ζωή πειθαρχημένη και σύμφωνη προς τις αρετές της “προδομένης” φυλής. Το αποτέλεσμα ήταν ενθουσιαστικό: στις 8 Ιανουαρίου 900 άνδρες είχαν στρατολογηθεί στο Freikorp του Ράινχαρντ, που στο τέλος του ίδιου μήνα έφτασαν τις 2.000! Παρόμοιες επιτυχίες σημείωσε ο Ταγματάρχης Στέφανι και oι Στρατηγοί Χόφμαν, Ρέντερ και Χέλντ. Στα περίχωρα του Βερολίνου τώρα έχουν συνολικά συγκεντρωθεί πάνω από 20.000 άνδρες, με μοναδικό σκοπό την ανακατάληψη της πόλης και την αποδέσμευσή της από τον έλεγχο των κομμουνιστών.

Η κυριαρχία του τρόμου

Ο Σοσιαλιστής Υπουργός Εθνικής Άμυνας Νόσκε (Gustav Noske), βλέποντας την ολοένα αυξανόμενη ισχύ των αντεπαναστατών, τρέφει τώρα ελπίδες να καταστείλει την επανάσταση και να επαναφέρει την τάξη και την πειθαρχία που και το ίδιο το Γενικό Επιτελείο ευαγγελίζεται. Μετά από έντονη εσωτερική κρίση συνείδησης διατάζει την επίθεση των Freikorps κατά των Ερυθροφρουρών, των Σπαρτακιστών και των λαϊκών μαζών που τους υποστηρίζουν. Για αυτή του την ενέργεια θα μείνει στην ιστορία με τον ατιμωτικό χαρακτηρισμό “το αιμοβόρο μαντρόσκυλο”.

Χαράματα της 11ης Ιανουαρίου οι δυνάμεις του Ράινχαρντ κινούνται προς τα περίχωρα της πρωτεύουσας. Ακολουθούν αυτές του Στέφανι. Το Δημαρχείο του Σπαντάου καταλαμβάνεται με έφοδο. Τριάντα Σπαρτακιστές συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακές. Καθ’ οδόν εκτελούνται, με την πρόφαση ότι προσπάθησαν να δραπετεύσουν. Ο σεβασμός στον αντίπαλο και ο ανθρωπισμός είναι έννοιες ανύπαρκτες. Η ταχύτητα δράσης είναι το ζητούμενο. Οι άνδρες του Στέφανι , καλυπτόμενοι από το τελευταίο σκοτάδι της νύχτας που υποχωρεί, στρέφουν τα κανόνια τους προς την πλατεία Μπελ - Αλιάντσεπλατς, όπου βρίσκονται τα περισσότερα γραφεία των εφημερίδων. Ανοίγουν απροειδοποίητα πυρ προς τα γραφεία της “Φορβέρτς”, απ’ όπου πετάγονται πανικόβλητοι έξι άνδρες κρατώντας λευκή σημαία. Εκτελούνται επί τόπου. Αιχμαλωτίζονται ακόμη τριακόσιοι Σπαρτακιστές και ο Στέφανι διστάζει να χύσει άλλο αίμα. Τηλεφωνεί τρεις φορές στον Ράινχαρντ, για να λάβει την ίδια απάντηση: θάνατος!

Μέσα στην σύγχυση που προκαλούν κάποιοι εργάτες, οι μελλοθάνατοι σκοτώνουν μερικούς φύλακες και ορισμένοι καταφέρνουν να διαφύγουν. Ακολουθεί μακελειό. Η μέρα φτάνει στο τέλος και ολόκληρη η πλατεία είναι λουσμένη στο αίμα. Τελικά, την κατάσταση για τα Freikorps σώζει η επέμβαση των ανδρών του Ράινχαρντ, που κυριεύουν ξανά την πλατεία και τα γραφεία των εφημερίδων. Οργανώνονται έκτακτα στρατοδικεία και όλοι οι συλληφθέντες καταδικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες σε εκτέλεση. Σε ομάδες των έξι στήνονται στον τοίχο. Ο ολονύχτιος απόηχος των τουφεκισμών γίνεται ο εφιάλτης των έντρομων Βερολινέζων, που παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους.

Οι αρχηγοί των Σπαρτακιστών Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξενμπουργκ, που βρήκαν φρικτό θάνατο από τους αντεπαναστάτες.

Η νύχτα που ακολουθεί ξετυλίγει το μαύρο σεντόνι της πάνω στα άψυχα κορμιά όσων πίστεψαν στα ιδανικά της επανάστασης. Τα κανόνια των Freikorps έχουν βαλθεί να διαλύσουν το μέγαρο της αστυνομίας στο νότιο τομέα της πόλης. Μετά από σφοδρό βομβαρδισμό η πρόσοψη του κτιρίου καταρρέει. Όποιος συλλαμβάνεται τουφεκίζεται εν ψυχρώ. Η πρωτεύουσα βρίσκεται στο έλεος των ανδρών του Ράινχαρντ, του Στρατηγού Γκρένερ και των οργανώσεων των “Πατριωτικών Συνδέσμων”, των “Δυνάμεων Άμυνας των Πολιτών” και των “Ενώσεων Εθελοντών” -όλων δηλαδή των ιδιωτικών στρατών, που με την υποστήριξη της κυβέρνησης αυτοανακηρύχθηκαν σε “αναμορφωτές” και “ελευθερωτές” από τον κόκκινο στρατό.

Αφού καταλάβουν τις κεντρικές συνοικίες του Βερολίνου, τα Freikorps στρέφονται προς τις εργατικές, σκορπώντας ξανά τον όλεθρο. Ένα καθεστώς κυριαρχίας του τρόμου βυθίζει την αιματοβαμμένη πόλη στο τέλμα της απόγνωσης. Πανικόβλητοι οι ηγέτες της επανάστασης προσπαθούν ν’ αποφύγουν τη σύλληψη, κρύβονται και περιμένουν την ευκαιρία να διαφύγουν από αυτόν τον θανατηφόρο κλοιό, μα δυστυχώς αρκετοί δεν τα καταφέρνουν. Όσοι συλλαμβάνονται εκτελούνται αμέσως, ή οδηγούνται στα στρατόπεδα, όπου θα βασανιστούν μέχρι θανάτου.

Οι ηγέτες της αριστεράς και του κινήματος των Σπαρτακιστών, ο Λίμπκνεχτ (Karl Liebknecht) και η Λούξεμπουργκ (Rosa Luxemburg) συλλαμβάνονται στο Βίλμερσντορφ και οδηγούνται στο ξενοδοχείο Έντεν, όπου στεγάζεται η κεντρική διοίκηση των Freikorps. Μετά από σύντομη ανάκριση μεταφέρονται στις φυλακές του Μοαμπίτ, αλλά καθώς ο Λίμπκνεχτ βγαίνει από το ξενοδοχείο, ο σκοπός Όττο Ρούντζε τον χτυπάει στο κεφάλι με τον υποκόπανο του όπλου του. Ετοιμαθάνατος μεταφέρεται με ταξί προς τις φυλακές, μα στα μισά της διαδρομής τον διατάζουν να συνεχίσει πεζός. Ο υπολοχαγός Πφλουγκ Χάρτουνγκ τον πυροβολεί. Ίδια τύχη περιμένει και τη Λούξεμπουργκ. Αιμόφυρτη επιβιβάζεται σ’ ένα ταξί. Εκεί, ο λοχαγός Φόγκελ την πυροβολεί εξ επαφής, συνθλίβοντας το κρανίο της. Στη συνέχεια ρίχνουν το πτώμα στο κανάλι Λάντβερ. Η νύχτα της 15ης Ιανουαρίου 1919 στιγματίζεται από παρόμοιες φρικαλεότητες. Η επανάσταση, που μέχρι πριν λίγες μέρες φαινόταν πως θα κυριαρχούσε, τώρα οπισθοχωρεί.

Στη Βαυαρία σχεδιάζεται η ανακατάληψη του Μονάχου. Η τελευταία από τις τέσσερις επαναστατικές κυβερνήσεις του διαστήματος 11/1918 - 3/1919 προσπαθεί ξεκάθαρα να επιβάλει τον μπολσεβικισμό, εκμεταλλευόμενη την απόσταση από τα γεγονότα του Βερολίνου και το μίσος των νότιων για τους Πρώσους. Ο 23χρονος ναύτης Εγκλχόφερ (Rudolf Eglhofer, πασίγνωστος για την επαναστατική του δράση στο Κίελο, ηγούμενος μιας στρατιάς 20.000 περίπου βετεράνων του πολέμου και εργατών εγκαθιδρύει την “Δικτατορία του Κόκκινου Στρατού”. Εναντίον του προστρέχουν στρατιωτικές μονάδες της Πρωσίας και τα βαυαρικά Freikorps. Φλογοβόλα, κανόνια, τανκς και αεροπλάνα βάζουν στο στόχαστρο τους επαναστάτες, που κάνουν το λάθος να μιμηθούν τον εχθρό: στις 29 Απριλίου εκτελούν, μετά από τρομερά βασανιστήρια, οκτώ αριστερούς και δύο κυβερνητικούς στρατιώτες που κρατούν ομήρους στο Luitpold-Gymnasium, έχοντας κατά νου την εκδίκηση για τα εγκλήματα των αντεπαναστατών. Η αποτρόπαιη αυτή πράξη πυροδότησε τον φανατισμό στις ομάδες των Freikorps, που τώρα επιτίθενται με αδάμαστο μένος εναντίον κάθε ατόμου, για το οποίο υπάρχει έστω και η υποψία ότι υποστηρίζει τους “μπολσεβίκους”.

Στις 3 Μαΐου το Μόναχο περνάει πλέον στα χέρια των εθνικιστών. Τουλάχιστον 600 είναι τα θύματα της σύγκρουσης, από τα οποία οι μισοί σχεδόν απλοί πολίτες. Ο ίδιος ο Εγκλχόφερ δολοφονείται και ο Λεβινέ, ο παλαίμαχος της ρωσικής επανάστασης του 1905, καταδικάζεται σε εκτέλεση με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Οι Εβραίοι καταδιώκονται με πρωτοφανή επιμονή και πυροβολούνται αμέσως μόλις εντοπισθούν. Ο συγγραφέας Λαντάουερ (Gustav Landauer) έχει την ίδια τύχη. Για κάποιους άλλους διανοούμενους, η τύχη στέκεται ακόμη στο πλευρό τους: καταδικάζονται μόνο σε κάμποσα χρόνια φυλάκισης. Ελάχιστοι καταφέρνουν να σωθούν, μεταξύ των οποίων και ο γεννημένος στην Ρωσία γνωστός κομμουνιστής Λεβιέν (Max Levien).

Από τις τάξεις των freikorps γεννήθηκαν τα Τάγματα Εφόδου (SA), που εργότερα έσπειραν τον τρόμο σε ολόκληρη τη Γερμανία. Ωστόσο, ο Χίτλερ ποτέ δεν αισθάνθηκε ασφαλής μέσα στο απόγειο της δύναμής τους.

Η επόμενη μέρα φέρνει στο φως την τραγωδία σε όλο της το μεγαλείο. Το Μόναχο δίνει την εντύπωση βομβαρδισμένης πόλης. Οι τοίχοι του Δικαστικού Μεγάρου κοκκινίζουν από το αίμα των μαχομένων, ο Κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός καταλαμβάνεται σε αθλία κατάσταση, τα αστυνομικά κτίρια κινδυνεύουν να σωριαστούν και το μέγαρο της Ραδιοφωνίας λίγο έλειψε να καταντήσει σωρός ερειπίων. Τα σχολεία, τα σπίτια και οι πλατείες των κεντρικών συνοικιών πέφτουν κι αυτά θύματα της καταστροφικής μανίας του εμφυλίου σπαραγμού. Τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει την διενέργεια αποτρόπαιων εγκλημάτων. Όταν παύσουν οι τουφεκισμοί και οι συνεδριάσεις των εκτάκτων στρατοδικείων, αυτό που αντικρίζουν οι κάτοικοι της πόλης είναι τόσο τρομακτικό, ώστε οι ίδιοι πια απαιτούν την απομάκρυνση των Freikorps.

Ο θλιβερός επίλογος

Ο αντισημιτισμός και ο αντιμπολσεβικισμός υπήρξαν ανέκαθεν τα κύρια χαρακτηριστικά των παγγερμανιστών και των πρωσικών αριστοκρατικών φατριών. Ιδίως οι τελευταίοι, είχαν άμεση πληροφόρηση για τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο οι Μπολσεβίκοι συνέτριψαν τους νοσταλγούς του τσαρικού καθεστώτος κατά την διάρκεια του ρωσικού εμφυλίου το 1920. Συντηρητικές εφημερίδες, όπως η Münchener Neueste Nachrichten, δεν παρέλειπαν να καταγγέλλουν επίμονα την ύπαρξη Ρώσων κατασκόπων και να υπερτονίζουν τον αριθμό των θυμάτων στη γειτονική χώρα, ώστε να συντηρείται κλίμα δυσπιστίας και αντικομμουνιστικής εγρήγορσης στο λαό. Με προπύργιο την συντηρητική Βαυαρία, αμέσως μετά την βίαιη καταστολή της εξέγερσης του Σπάρτακου, πάμπολλες παραστρατιωτικές οργανώσεις άρχισαν να ξεφυτρώνουν και να δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την Γερμανία με την υποστήριξη των επισήμων αρχών. Η Δεξιά προπαγάνδα φρόντισε επιμελώς να οξύνει το αδελφοκτόνο μίσος, στοχεύοντας κατευθείαν στα ξενόφοβα αισθήματα του ήδη δοκιμασμένου από τον πόλεμο και καταβεβλημένο από τους ατιμωτικούς όρους της συνθήκης των Βερσαλλιών γερμανικού λαού, που τώρα έβλεπε στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης τον κίνδυνο μιας επώδυνης για την χώρα σιωνιστικής κυριαρχίας. Η ιδεολογική πόλωση και ο άκρατος εθνικισμός οδήγησαν στην γονιμοποίηση του ναζιστικού σπέρματος μέσα από μια καθαρά ψυχολογική διαδικασία, ώστε όλες σχεδόν οι κατώτερες και μεσαίες κοινωνικές τάξεις τελικά να εκφραστούν δυναμικά μέσα από εθνικιστικά (völkisch) κινήματα. Ο ιδεολογικός αυτός πυρετός εκτονώθηκε με την δράση χιλιάδων δυσαρεστημένων κάθε κοινωνικής τάξης, γεγονός που αποδεικνύει το εύρος των λαϊκών ερεισμάτων και τη συσπείρωση του αντεπαναστατικού κινήματος.

Ερνστ Ραίμ: ο μοιραίος άνθρωπος της παραστρατιωτικής δράσης, αρχηγός των Ταγμάτων Εφόδου. Θα "εκκαθαριστεί" βάναυσα από τον Χίτλερ, προκειμένου ο Χίμλερ να μονοπωλήσει την εξουσία στα θέματα ασφαλείας του Ράιχ.

Εξοικειωμένος με την θέα του αίματος κατά την διάρκεια της δράσης των Freikorps, ο γερμανικός λαός ανέπτυξε σταδιακά μια πρωτοφανή παθητικότητα και μια συνειδησιακή αναλγησία, που τον οδήγησαν στο χείλος της αβύσσου. Πίστεψε αφελώς ότι η κοινωνική ασφάλεια και η ειρήνη μόνο με την τρομοκρατία και τις διώξεις μπορούν να εξασφαλιστούν. Η ανεκτικότητα που έδειξε αργότερα στην εγκληματική δράση των Ταγμάτων Εφόδου (SA) και των SS ασφαλώς είναι απότοκο αυτής ακριβώς της εσφαλμένης θεώρησης. Ο εκβαρβαρισμός της γερμανικής κοινωνίας από τον πολύχρονο πόλεμο και η τραχύτητα με την οποία στη συνέχεια βίωσε τον εμφύλιο σπαραγμό εισήγαγαν τάχιστα σε όλη την χώρα (και κυρίως στην Βαυαρία) μια κουλτούρα πολιτικής βίας, που κατά τρόπο ανεξέλεγκτα εγκληματικό κυοφόρησε την λαϊκή αποδοχή της παραστρατιωτικής δράσης σαν μέσο επιβολής της τάξης και της ομαλότητας. Αλίμονο, τα αποτελέσματα είναι σε όλους μας γνωστά. Δεν θα αργήσει ο καιρός που μια νέα φυσιογνωμία θα εμφανιστεί στο ιστορικό προσκήνιο, εκμεταλλευόμενη ακριβώς αυτή την πλατιά λαϊκή φοβία για τον αριστερισμό και τον εβραϊσμό: ο Αδόλφος Χίτλερ.

Αδόλφος Χίτλερ: μια καλά οργανωμένη απουσία

Τον Νοέμβριο του 1918 φτάνει στο Μόναχο ο 30χρονος Χίτλερ, μετά από νοσηλεία στο Πάσεβαλκ (Pasewalk), λόγω προσωρινής τύφλωσης από δηλητηριώδη αέρια. Η ατμόσφαιρα αποσύνθεσης και διάλυσης, την οποία είχε και ο ίδιος διαπιστώσει λίγο πριν στην πρωτεύουσα, τον συγκλονίζει. Τα στρατόπεδα διοικούνται από Συμβούλια Στρατιωτών, η πειθαρχία έχει οριστικά εκλείψει, η ανυπαρξία μιας κεντρικής στιβαρής διοίκησης έχει ολότελα εκτροχιάσει κάθε συμπεριφορά. Η πολιτική εξουσία ασκείται από ένα προσωρινό Εθνικό Συμβούλιο ανεξάρτητων και σκληροπυρηνικών Σοσιαλδημοκρατών, που επιχειρούν να εφαρμόσουν ένα πρότυπο διακυβέρνησης σύμφωνα με την πρακτική των ρωσικών Σοβιέτ.

Οργή καταλαμβάνει τον πληγωμένο ιδεαλισμό του νεαρού Αδόλφου, καθώς τριγυρνά αδέκαρος στους δρόμους, δίχως καμιά απολύτως προοπτική, ανεπάγγελτος και με μέλλον αβέβαιο. Εμβρόντητος μπροστά στο θλιβερό θέαμα της ήττας, πεπεισμένος ακράδαντα πως η Δημοκρατία, ο Διεθνισμός, ο Μαρξισμός και οι ειρηνιστικές θεωρίες αποτελούν πληγές για έναν κυρίαρχο λαό, συνειδητοποιεί την μοίρα του ως πολιτικού άνδρα. Μα το μόνο που μπορεί να κάνει προς το παρόν είναι να καθυστερήσει την αποστράτευσή του, ώστε να μισθοδοτείται. Η αηδία που του προκαλούν οι “αριστερίστικες” πρακτικές φουντώνει μέσα του την παλιά απέχθεια για τους Εβραίους και τους κομμουνιστές, σε μια στιγμή κατά την οποία ολόκληρος σχεδόν ο γερμανικός λαός αναζητά τα εξιλαστήρια θύματα που θα επωμιστούν τις ευθύνες της ήττας. Οι προκαταλήψεις σχετικά με την δήθεν συνωμοσία, που στόχο της έχει την διάλυση της Γερμανίας και την εξαθλίωση του λαού της, αρχίζουν πλέον σταδιακά να οργανώνονται σε πολιτική ιδεολογία. Ο αυριανός δικτάτορας αφήνεται να παρασυρθεί, όπως κι ένα μεγάλο ποσοστό του λαού, σ’ έναν άκρατο αντισημιτισμό και μια παθιασμένη εχθρότητα κατά των εργατικών και αγροτικών μαζών, επειδή θεωρείται ότι είναι αυτοί που στηρίζουν την κομμουνιστική ιδεολογία και κατευθύνουν τις μάζες σε αντεθνικές, προδοτικές πρακτικές. Αλλά κατά πόσο η “κόκκινη επανάσταση” συντέλεσε αληθινά στην εκλογίκευση της κοσμοθεωρίας του Χίτλερ;

Παρακολουθώντας την δράση του εκείνες τις ταραγμένες μέρες, τον βρίσκουμε τοποθετημένο ως φρουρό στο στρατόπεδο αιχμαλώτων του Τράουνστάϊν (Traunstein) αμέσως μετά την επιστροφή του στο Μόναχο (21/11/1918). Μετά την παρέλευση δύο μηνών, το όνομά του συμπεριελήφθη στον κατάλογο του 2ου λόχου αποστρατεύσεων. Οι περισσότεροι σύντροφοί του είχαν κιόλας απολυθεί. Όμως η Reichswehr τον τοποθετεί στην φρουρά του Χάουπτμπάνχοφ (Hauptbahnhof), που σαν καθήκον της έχει την διασφάλιση της τάξης στους στρατιώτες που μετακινούνταν στην περιοχή του Μονάχου. Με αφορμή κάποιες αγριότητες σε βάρος συλληφθέντων άρχισαν τότε έρευνες, στις οποίες ο Χίτλερ σίγουρα θα μπορούσε να είναι μάρτυρας, αν όχι συνεργός στις ίδιες τις πράξεις. Το σίγουρο είναι πως κατά την διάρκεια της επανάστασης υπήρξε αντιπρόσωπος του λόχου του (Vertrauensmann) με κύριο καθήκον την “επιμόρφωση” των στρατιωτών με τις ιδεολογίες και τα συνθήματα των σοσιαλιστών επαναστατών, σε συνεργασία με τα υψηλόβαθμα στελέχη της “κόκκινης δικτατορίας” του Μονάχου.

Όταν στις 14 Απριλίου 1919, μια μέρα μετά την ανακήρυξη της Räterepublik, το Συμβούλιο των Στρατιωτών οργάνωσε νέες διαδικασίες για την εκλογή εξ αρχής όλων των αντιπροσώπων των στρατοπέδων, ο Χίτλερ εκλέχθηκε αντιπρόσωπος του τάγματος. Επομένως, όχι μόνο δεν έδρασε εναντίον της επανάστασης, αλλά μάλλον την υποστήριξε. Είναι, άλλωστε, γνωστή η συμπάθεια που αρχικά έτρεφε για τις σοσιαλιστικές ιδεολογίες -κάτι που ο ίδιος μάταια προσπαθούσε αργότερα να συγκαλύψει. Η δικαιολογία, ότι τάχα επιθυμούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο να καταφερθεί εναντίον των κομμουνιστών, ασφαλώς δεν μπορεί να πείσει.

Ο Χίτλερ αντιπαθούσε τη Μοναρχία και μισούσε θανάσιμα τη Δημοκρατία και τον Κοινοβουλευτισμό. Ο παθολογικός αντισημιτισμός, η ξενοφοβία και οι μιλιταριστικές του διαθέσεις δύσκολα συνάδουν με την σοσιαλδημοκρατική οπτική. Πιο ασφαλές θα ήταν να αναζητήσουμε στον χώρο του καιροσκοπισμού τις βαθύτερες εκείνες αιτίες, που τον οδήγησαν σε μια προσωρινή συμπόρευση με τις αρχές του SPD. H κοσμοθεωρία του (Weltanschauung) είναι εξαρχής διαποτισμένη από άκρατο φυλετισμό και εθνικισμό. Επομένως δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο νεαρός τότε δεκανέας απλά παρασύρθηκε από τον αναβρασμό της στιγμής και τον ενθουσιασμό της ηλικίας, ώστε να ενταχθεί στους κόλπους της Räterepublik, έστω και χωρίς να εκτεθεί. Από την άλλη, δεν πρέπει να θεωρήσουμε το γεγονός της μη ένταξής του στα Freikorps ή άλλη επίσημη αντεπαναστατική ομάδα ως ένδειξη άρνησης εθνικιστικών και παγγερμανιστικών ιδεών. Αντίθετα, η φαινομενική “νομιμοφροσύνη” του προς τις αρχές της Räterepublik, που άλλωστε ουδέποτε διατρανώθηκε απροκάλυπτα, μάλλον εκβιάστηκε είτε από το γεγονός ότι ο Χίτλερ, σαν στρατιώτης, εκτελούσε διαταγές ανωτέρων, είτε επειδή η παραμονή στο στράτευμα εξασφάλιζε τα απαραίτητα για την επιβίωσή του 40 μάρκα.

Πληροφοριοδότης και καθοδηγητής σήμερα, καγκελάριος και δικτάτορας αύριο

Πολλοί κατοπινοί συνεργάτες του υπήρξαν αυτή την περίοδο ένθερμοι υποστηρικτές της Αριστεράς. Η διαφορά με την δική του περίπτωση είναι πως αυτοί εμπνέονταν από ανιδιοτέλεια και αυθεντική πίστη. Ο Ντίντριχ (Sepp Dietrich), Στρατηγός αργότερα των Waffen SS και διοικητής της Μεραρχίας Leibstandarte Adolf Hitler, τον Νοέμβριο του 1918 ήταν εκλεγμένος πρόεδρος ενός Συμβουλίου Στρατιωτών. Ο Έσερ (Hermann Esser), πρώτος αρχηγός προπαγάνδας του NSDAP και φανατικός οπαδός του Φύρερ, διετέλεσε δημοσιογράφος σε σοσιαλιστική εφημερίδα, ενώ ο θεωρητικός του ναζισμού Φέντερ (Gottfried Feder) δεν παρέλειψε την ίδια εποχή να γνωστοποιήσει στην κυβέρνηση του σοσιαλιστή Άισνερ τις θέσεις του σχετικά με τα ξένα συμφέροντα που σφετερίζονταν την ανεξαρτησία και ευδαιμονία της “προδομένης” πατρίδας. Ακόμη κι ο οδηγός του Χίτλερ, ο Σρεκ (Julius Schreck), τον Απρίλιο του 1919 βρισκόταν στις τάξεις του “κόκκινου στρατού”. Όλοι αυτοί δεν είδαν θετικά την επιμελημένη αποχή του Χίτλερ από κάθε εκδήλωση κατά την διάρκεια της επανάστασης και δεν δίστασαν αργότερα να του υπενθυμίζουν την μηδενική προσφορά του στο κίνημα. Ο Ραίμ (Ernst Röhm), που αργότερα ηγήθηκε των SA, συχνά προκαλούσε την δυσαρέσκεια του Φύρερ με τα σχόλιά του για εκείνη την σκοτεινή εποχή και ο Ες (Rudolf Heß), που διετέλεσε προσωπικός του γραμματέας και αντιπρόεδρος του κόμματος, πολλές φορές αναφερόταν στην μη συμμετοχή του κατά τρόπο προσβλητικό.

Προκειμένου να δικαιολογηθεί, Ο Χίτλερ προέβαλε στον ρόλο που έπαιξε κατά την διάρκεια των ανακρίσεων που διεξήχθησαν μετά την λήξη της Räterepublik από το Δικα-στήριο του Μονάχου, με σκοπό να ξεκαθαριστούν οι ενέργειες του Συντάγματος στο οποίο υπηρετούσε κατά την διάρκεια των γεγονότων. Τότε ο Χίτλερ δεν δίστασε να καταγγείλει δύο συναδέλφους του για αντιπατριωτική και προδοτική συμπεριφορά. Κι επίσης, όταν καταργήθηκαν τα Στρατιωτικά Συμβούλια, ο Χίτλερ κλήθηκε να συνεργαστεί με μια τριμε-λή επιτροπή, που εργαζόταν πάνω στο θέμα της δράσης των μελών του Τάγματος Εφέδρων του 2ου Συντάγματος Πεζικού κατά την διάρκεια της Räterepublik.

Βέβαια, ο ρόλος του πληροφοριοδότη δεν ήταν και τόσο τιμητικός. Για τον λόγο αυτό ο Φύρερ προσπαθούσε να εμπλουτίσει την εμπλοκή του στην αντεπανάσταση και με άλλες επισημάνσεις, όπως ο διορισμός του ως πολιτικού ομιλητή, κατόπιν επιλογής από τον λοχαγό Μάιρ (Karl Mayr), σε μια σειρά αντιμπολσεβικικών και εθνικιστικών σεμιναρίων, που τότε διεξήγαγε το Τμήμα Πληροφοριών της “Gruko” (Bayerische Reichswehr Gruppenkommando No 4). Πρόκειται για μια μονάδα που δημιουργήθηκε από τον Ταξίαρχο φον Μέλ (von Möhl), με στελέχη προερχόμενα κυρίως από βαυαρικές μονάδες καταστολής της επανάστασης και επιφορτισμένα με το έργο της “επιμόρφωσης” του στρατού και των πολιτών πάνω σε θέματα πατριωτισμού και ευνομίας (σύμφωνα πάντα με την δική τους δεξιά και άκρως εθνικιστική αντίληψη). Αναφερόμενος στη θέση του ως προπαγανδιστή ομιλητή, που ασφαλώς προϋπέθετε την αμέριστη εμπιστοσύνη της Reichswehr προς το πρόσωπό του, ο Χίτλερ πίστευε ότι κατάφερνε να παραμερίσει κάθε σκιά εναντίον του. Επίσης, τόνιζε την ημερομηνία αποστράτευσής του (31 Μαρτίου 1920, δηλαδή πολύ αργότερα από τους περισσότερους συντρόφους του) και το ότι υπήρξε επίσημος πληροφοριοδότης (V-Leute) της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Στρατού από τα μέσα του 1919.

Bιβλιογραφία:

Robert Eben Sackett: “Images of the Jew: Popular Joketelling in Munich on the Eve of World War I” (Theory and Society, 1987)
Robert Eben Sackett: “Popular Entertainment, Class and Politics in Munich 1900 - 1923” (Cambridge, Mass., 1982)
Ian Kershaw: “Χίτλερ 1889-1936” (Scripta, 2000)

Tuesday, 17 February 2009

Μεταμφίεση και απόκρυψη

Ορισμένες πολιτισμικές και κοινωνικές διαστάσεις του φαινομένου.[1]

Το κείμενο είναι του Μανώλη Δαφέρμου.

H λέξη μάσκα ετυμολογικά προέρχεται από το λατινικό masca, που σημαίνει προσωπίδα. Η κρέμα που χρησιμοποιούν για τον καλλωπισμό του προσώπου ονομάζεται επίσης μάσκα. Μασκαράς είναι ο προσωπιδοφόρος, ο μεταμφιεσμένος της αποκριάς. Μεταφορικά έτσι ονομάζεται επίσης ο κακοήθης, ο απατεώνας. Μασκαραλίκι (από το τουρκικό mascaralik) είναι η γελοιοποίηση, όπως επίσης η συμπεριφορά που προκαλεί την ντροπή.[2]

Κατά τη γνώμη μας είναι δυνατόν να διακρίνομαι τρία βασικά στοιχεία του μασκαρέματος: 1) Το στοιχείο της απόκρυψης, της συγκάλυψης του πραγματικού προσώπου, της αληθινής ταυτότητας κάποιου υποκειμένου, της παραλλαγής (καμουφλάρισμα). 2) το στοιχείο της μεταμφίεσης, του υποδύεσθαι, της μετατροπής σε κάτι διαφορετικό. Εδώ υπεισέρχεται το φαινόμενο της φενακισμένης συνείδησης, της εξαπάτησης, παραπλάνησης, αλλά και της αυτο-εξαπάτησης, αυταπάτης.[3] 3) Το στοιχείο της διακωμώδησης, της γελοιοποίησης, του μυκτηρισμού, του χλευασμού. Το τρίτο αυτό στοιχείο γεννιέται μέσω της αντίθεσης, της σύγκρουσης ανάμεσα στο επιφαινόμενο και το αληθινό πρόσωπο, ανάμεσα στις υποκειμενικές προσδοκίες και την πραγματικότητα. Ας επιχειρήσουμε όμως καλύτερα ένα ταξίδι στην ιστορία του πολιτισμού για να αναζητήσουμε τις καταβολές αυτού του ιδιότυπου φαινομένου.

Τα παράξενα εκείνα επιθέματα με τις ζωόμορφες και μυθολογικές παραστάσεις που χρησιμοποιούσαν οι μύστες των πρωτόγονων φυλών στις ιεροτελεστίες τους αποδείχτηκαν εξαιρετικά ωφέλιμα στην περαιτέρω ανάπτυξη του πολιτισμού. Οι πρωτόγονοι κυνηγοί χόρευαν μασκαρεμένοι και επεδίωκαν μέσω της μετενσάρκωσης να εξομοιωθούν με το κορμί των άγριων θηρίων, να αποκτήσουν τη μορφή και τις ικανότητες τους. Οι τοτεμιστικές αντιλήψεις των πρωτόγονων ανθρώπων εδράζονταν στις στενές υλικές σχέσεις της πρωτόγονης κοινότητας με τη χλωρίδα και πανίδα της περιοχής που διέμενε και ήταν εξίσου ισχυρές με τους δεσμούς αίματος οι οποίοι ρύθμιζαν τις σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινότητας.

Την εποχή της αποσύνθεσης του πρωτόγονου κοινοτικού συστήματος εμφανίζονται μυστικές ενώσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν ένα ολόκληρο σύστημά τελετουργιών και λατρευτικών εκδηλώσεων προκειμένου να εκφοβίσουν και να υπνωτίσουν τις μάζες. Τα μέλη αυτών των ενώσεων φορώντας ειδικές ενδυμασίες και τρομακτικές μάσκες και επεδίωκαν να πείσουν τους ανθρώπους, ότι ήταν πνεύματα νεκρών, να σπείρουν τον πανικό στο χωριό, να αρπάξουν μέσα στη γενική ταραχή διάφορα αντικείμενα αξίας.[4]

Οι πρωτόγονοι τροφοσυλλέκτες ταύτιζαν σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό τους με τη μοίρα της κοινότητας τους και των προγόνων τους, που δεν μπορούσαν με σαφήνεια να διαχωρίσουν τις δικές τους πράξεις από τις πράξεις των γειτόνων και των προγόνων τους. Πολύ χαρακτηριστικές από αυτή την άποψη είναι οι έρευνες που πραγματοποίησε ο σοβιετικός ψυχολόγος Α.Λούρια στις αρχές της δεκαετίας του 1930 σε απομακρυσμένα χωριά του Ουζμπεκιστάν. Οι αγράμματοι αγρότες της περιοχής αποδείχτηκαν ανίκανοι να περιγράψουν τον εαυτό τους. Πιο συγκεκριμένα όταν οι αγρότες μιλούσαν για τον εαυτό τους, αναπαρήγαγαν τις γνώμες των άλλων για αυτούς ή περιέγραφαν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της κοινότητας τους. Ένας μάλιστα απ’ αυτούς χαρακτήρισε ως προσωπική του αδυναμία τους «κακούς γείτονες»!! [5]

Η ταύτιση του τροφοσυλλέκτη αφ’ ενός μεν με τους νεκρούς προγόνους του και αφ’ ετέρου δε με την κοινότητα του, έφτανε σε τέτοιο σημείο, που το άτομο ένιωθε υπεύθυνο όχι μόνο για τις προσωπικές του πράξεις, αλλά και για τις πράξεις των άλλων μελών της κοινότητας, και των προγόνων του.

Σταδιακά οι δεσμοί φυσικής προέλευσης μεταξύ των μελών της κοινότητας αποσυντίθενται και διαμορφώνονται δεσμοί μεμονωμένων ατόμων. Το άτομο όλο και περισσότερο απελευθερώνεται από την κηδεμονία της κοινότητας, το «Εγώ» αρχίζει να διαχωρίζεται από το «Εμείς». Οι κοσμογονικοί αυτοί μετασχηματισμοί δεν μπορούσαν να μην επιδράσουν σε ένα τόσο σημαντικό στοιχείο των πρωτόγονων τελετουργιών όπως είναι οι μάσκες.

Στη Αρχαία Ελλάδα η μεταμφίεση μετατρέπεται σε οργανικό στοιχείο των διονυσιακών δρώμενων. Αρχικά η λατρεία του υιού του Δία και της Σεμέλης περιορίζονταν στους διθυράμβους που έψελνε ο άτακτος χορός, η ακολουθία του Διόνυσου. Οι πιστοί συνοδοιπόροι του θεού της μέθης μεταμφιέζονταν σε Σάτυρους, στους κατώτερους εκείνους ερωτοπαθείς δαίμονες της ελληνικής μυθολογίας με τα τραγίσια αυτιά, τα κέρατα και τα σκέλη τράγου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λατρεία του Διόνυσου συνδεόταν με τη λατρεία της γονιμότητας και το κύκλο των αγροτικών εργασιών.

Από το διθύραμβο που χόρευε ο χορός γύρω από τη θυμέλη, το βωμό δηλαδή του θεού προήλθε από τη μιά μεριά το «σατυρικό δράμα», η κωμωδία που εξιστορούσε τις αστείες περιπέτειες και τα κωμικά κατορθώματα θνητών και θεών και η τραγωδία (τράγων - ωδή) η οποία απέδιδε τις λυπηρές και τραγικές ιστορίες. Οι υποκριτές (όλοι ήταν άνδρες) φορούσαν στη σκηνή μεγάλες παραδοσιακές μάσκες (χρησιμοποιούσαν και γυναικείες μάσκες), οι οποίες εξέφραζαν την ψυχική κατάσταση των προσώπων που υποδύονταν, τη χαρά, τη λύπη, τον πόνο, την απελπισία.

Ο Αριστοτέλης θεωρούσε, ότι η μίμηση κάνει τους ανθρώπους να διαφέρουν από τα υπόλοιπα έμβια όντα και μέσω αυτής της ικανότητας οι άνθρωποι αποκτούν τις πρώτες τους γνώσεις. Ήδη ο άνθρωπος αρχίζει να μιμείται όχι μόνο τα θηρία και ορισμένες άλλες φυσικές δυνάμεις, αλλά και τους ανθρώπους, επιδιώκοντας να κατανοήσει, αφ’ ενός μεν, τα κίνητρα, τις προθέσεις τους, αφ΄ ετέρου δε, τα αποτελέσματα των πράξεων τους.

Η τυφλή και σκοτεινή μοίρα (ειμαρμένη) σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση ενυπάρχει στον ίδιο τον άνθρωπο με τη μορφή του «δαιμόνιου» εκείνου που οδηγεί τον άνθρωπο να νιώθει ως δική του επιλογή τις επιταγές και απαιτήσεις της μοίρας. Το άτομο δεν έχει αποκοπεί ακόμη από τον ομφάλιο λώρο της κοινότητας, δεν έχει ακόμη αποκτήσει πραγματική ελευθερία επιλογής (παρ΄ όλα αυτά το άτομο στην αρχαία ελληνική τραγωδία παρουσιάζεται υπεύθυνο για τα αποτελέσματα των πράξεων του).

Ο Νίτσε θεωρεί ότι η αρχαία ελληνική κουλτούρα χαρακτηρίζεται από ένα δυϊσμό και μία σύγκρουση ανάμεσα στην αρχή του Απόλλωνα και την αρχή του Διόνυσου.[6] Η τέχνη του Απόλλωνα είναι η τέχνη των πλαστικών μορφών, των υψηλών και φωτεινών συλλήψεων, η τέχνη που διέπεται από την αίσθηση του μέτρου και της ηρεμίας. Η διονυσιακή τέχνη φέρει μέσα της το «τιτάνειο», το «βάρβαρο» στοιχείο. Είναι η τέχνη των αυθόρμητων εκρήξεων, των ισχυρών παθών, της μέθης και της δίψας για ζωή. Κατά τον Νίτσε η αρχή του Διόνυσου είναι η παγκόσμια πρωτεϊκή δύναμη, η οποία γέννησε τον πολύμορφο κόσμο των φαινομένων. Η τέχνη του Απόλλωνα είναι το σύνολο από τις λαμπερές εκείνες αυταπάτες οι οποίες έχουν αποστολή να κρατήσουν στη ζωή τον ασταθή ζωντανό κόσμο και να δημιουργήσουν τη φαινομενικότητα της ομορφιάς στις παροδικές στιγμές της ζωής.[7]

Έτσι ο Νίτσε επιφέρει την αντιστροφή των σχέσεων ανάμεσα στο πρόσωπο και το προσωπείο (τη μάσκα). Ο κατεξοχήν φορέας του καθολικού ‘’μασκαρέματος’’, η διονυσιακή τέχνη μετατρέπεται σε πραγματική πηγή της ζωής, στο αληθινό πρόσωπο του κόσμου που μας περιβάλει, ενώ η απολλώνια τέχνη, ο χορηγός της γνώσης και της κουλτούρας εμφανίζεται ως η λαμπερή εκείνη μάσκα που επικαλύπτει τις χθόνιες και άλογες υποστάσεις της ζωής, εξωραΐζοντας την.

Η ζωή μετουσιώνεται σε θέατρο του παραλόγου, ενώ το θέατρο γίνεται η πραγματική ζωή του ανθρώπου. Ο κόσμος της φαινομενικότητας και της παροδικότητας παρουσιάζεται ως η πεμπτουσία της ζωής. Η σφαίρα των ενδότερων ουσιαστικών σχέσεων της κοινωνικής ζωής μετατρέπεται σε ένα σχολαστικό παίγνιο όρων και κατηγοριών, σε μία μάσκα που κρύβει την πραγματική ουσία της ζωής, που δεν είναι άλλη από τη δίψα για εξουσία (ορολογία που εμφανίζεται στις μετέπειτα εργασίες του Νίτσε).

Ο Νίτσε εκτός από αυτή την λογική αντιστροφή, πραγματοποιεί και μία σημαντικότατη ιστορική αντιστροφή. Ο μανιχαικός δυϊσμός, οι ασυμφιλίωτες εκείνες συγκρούσεις ανάμεσα στις δυνάμεις του κάλους και του χάους, του φωτός και του σκότους, η αντιπαράθεση του έλλογου και του άλογου αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία όχι τόσο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, όσο του πολιτισμού της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Ο Νίτσε επιδίδεται σε μία αναχρονιστική μεταφορά, προεκβολή αντιλήψεων και ιδεών της σύγχρονης αστικής κοινωνίας σε προκαπιταλιστικά στάδια εξέλιξης της κοινωνίας.

Στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό το διονυσιακό και το απολλώνιο στοιχείο ενυπάρχουν σε μια οργανική ενότητα αντιθέσεων.[8] Η διαφορά μεταξύ τους δεν οδηγεί στη διάσπαση, διχοτόμηση της ενιαίας αισθητηριακής αντίληψης της φύσης, του υπέροχου κόσμου, οργανικό τμήμα του οποίου αισθάνεται ο ίδιος ο αρχαίος Έλληνας. Δεν είναι άραγε αυτή η πρωτογενής, εποπτική, συνθετική θέαση του κόσμου, της ζωής και των ανθρώπων η πηγή της ζωντάνιας της αρχαίου ελληνικού πολιτισμού;

Αυτός ο υπέροχος, κλειστός και αρμονικός κόσμος δεν είναι άλλος από τη μυθολογική αναπαράσταση της αρχαίας πολιτειακής κοινότητας, υλική βάση της οποίας ήταν η κοινή ιδιοκτησία των πολιτών - μελών της κοινότητας στους δούλους και τη γη που τους ανήκαν. Περισσότερο φως στην κατανόηση της συνάφειας ανάμεσα στη μίμηση και τη ζωή, τη μάσκα και το πρόσωπο θα μπορούσε να δώσει όχι τόσο η «παγκόσμια θέληση» του Νίτσε, όσο η έρευνα των διαπλεκόμενων σχέσεων ανάμεσα στην κοινότητα και στους αναπτυσσόμενους δεσμούς των μεμονωμένων ατόμων που την υπονόμευαν και την αποσυνέθεταν εκ των έσω.

Οι αναπτυσσόμενοι δεσμοί μεταξύ ατόμων διαδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο στο διαχωρισμό, τη διαφοροποίηση μεταξύ αναπαράστασης, μίμησης και αντικειμενικής πραγματικότητας η οποία είχε ήδη ξεκινήσει στην πρωτόγονη κοινωνία. Αξίζει όμως να σημειωθεί, ότι ο ολοκληρωτικός διαχωρισμός αναπαράστασης της ζωής και πραγματικής ζωής δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί στα πλαίσια της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας. Οι Αθηναίοι βίωναν τα επί σκηνής δρώμενα ως έκφραση πραγματικών καταστάσεων και γεγονότων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση που οι Αθηναίοι όρμησαν να λυντσάρουν τον ίδιο τον Αισχύλο που υποδυότανε τον Προμηθέα όταν βροντοφώναξε επί της σκηνής: «Και εν τούτοις ο Ζεύς, παρ’ όλην την αλαζονείαν που γεμίζει την ψυχή του, θα έλθει μέρα που θα ταπεινωθεί ο υμέναιος, τον οποίο ετοιμάζει, θα τον ανατρέψει από το ύψος της ισχύος του. Θα πέσει από τον θρόνο του, θα αφανιστεί η πανίσχυρος βασιλεία του»[9].

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα επικρατεί η χριστιανική άποψη, ότι «ο θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του». Σύμφωνα με τις χριστιανικές δοξασίες ο θεός είναι το πρότυπο, η πραγματική εικόνα της ζωής, ενώ ο άνθρωπος αποτελεί απεικόνιση, αναπαράσταση του θεϊκού προτύπου της τελειότητας, παντοδυναμίας, φιλευσπλαχνίας, πανσοφίας κλπ. Όμως το κάθε αντίγραφο υστερεί σε πλούτο, πιστότητα και αξία έναντι του πρωτότυπου. Ο άνθρωπος της χριστιανικής θρησκείας είναι αδύναμος, πτωχός τω πνεύματι, επιρρεπής σε ποταπές ορμές και έξεις της σάρκας. Τέλος η επίγεια ζωή είναι μη αυθεντική, ψεύτικη και αποτελεί αποκλειστικά και μόνο προετοιμασία για τη μεταθανάτιο ζωή και την επερχόμενη βασιλεία των ουρανών. Ο άνθρωπος φόρεσε το αποκρουστικό, βδελυρό, αυτοεξευτελιστικό προσωπείο της «παρούσας», προσωρινής ζωής, προκειμένου να σώσει το πραγματικό του πρόσωπο για τη μέλλουσα, αιώνια ζωή.

Ο Λ.Φόυρμπαχ απέδειξε, ότι τα προσδιοριστικά κατηγορούμενα που προσάπτονται στο θεό δεν αποτελούν τίποτα άλλο από την αντεστραμμένη, φαντασμαγορική αντανάκλαση χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του ίδιου του ανθρώπου, τα οποία αποξενώθηκαν από αυτόν και μετατράπηκαν σε προσδιορισμούς ενός απόλυτου και αυθύπαρκτου υποκειμένου, του θεού. Η θρησκεία αποτελεί τον παραμορφωτικό εκείνο καθρέπτη στον οποίο αντικατοπτρίζονται με υπερφυσικές διαστάσεις και μέσω αντεστραμμένων μορφών πραγματικές καταστάσεις και προβλήματα της ζωής του ανθρώπου.

Η χριστιανική κοσμοθεωρία βασίζεται στην αντιπαράθεση σάρκας και ψυχής, ύλης και πνεύματος, γενετήσιου ενστίκτου και ανθρώπινης ελευθερίας. Ο άνθρωπος απορρίπτει μετά βδελυγμίας το σώμα του, τον υλικό κόσμο που τον περιβάλλει, τη φυσική έλξη μεταξύ του άνδρα και γυναίκας ως πηγή αμαρτίας. «Όσο περισσότερο αρνιούνται το ηδονικό, τόσο πιο πολύ είναι ηδονικός ο θεός, που σ‘ αυτόν θυσιάζουν το ηδονικό»[10]. Αυτή η αποφατική δύναμη της αυτομαστίγωσης, της αυτοταπείνωσης και του καθολικού περιορισμού δημιουργεί αναστολές, κρυμμένες ενοχές, ανεκπλήρωτες καταπιεσμένες επιθυμίες και οδηγεί στη συσσώρευση καταστρεπτικών ‘‘υποχθόνιων’’ δυνάμεων που βάζουν σε κίνδυνο τα θεμέλια της εκκλησίας και του ίδιου του κράτους.

Αυτή η συσσωρευμένη αρνητική ενέργεια, οι καταπιεσμένες ανεκπλήρωτες σωματικές επιθυμίες βρίσκουν προσωρινή διέξοδο στο καρναβάλι και τα λαϊκά δρώμενα που το συνοδεύουν. Ο Μ.Μπαχτίν στο έργο του «Η δημιουργία του Φρανσουά Ραμπελέ και η λαϊκή κουλτούρα του Μεσαίωνα» απέδειξε, ότι αυτή ακριβώς η κουλτούρα του καρναβαλιού και του γέλιου η οποία αντιπαρατίθεται στην επίσημη σοβαροφανή κουλτούρα αποτελούσε την πεμπτουσία της λαϊκής κουλτούρας το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση.[11]

O γελωτοποιός ήταν ο ήρωας του καρναβαλιού. Ειρωνευόταν, κορόιδευε, χλεύαζε βασιλιάδες, αφεντάδες, κοντόχοντρους καλοζωισμένους παπάδες. Οι γελωτοποιοί με τις μεταμφιέσεις και τις μάσκες τους έριχναν τις μάσκες της υποκρισίας και του ψεύδους των επισήμων εκπροσώπων της εκκλησίας και του κράτους μέσα στο συναρπαστικό κόσμο του καρναβαλιού. Το καρναβάλι, η κωμική αναπαράσταση της επίσημης κοινωνίας μεταμορφωνόταν στο θέατρο της πραγματικής ζωής. Μ’ αυτό τον τρόπο αποκαλυπτόταν, ότι οι εκδηλώσεις και οι δραστηριότητες των κυρίαρχων κατεστημένων τάξεων δεν ήταν τίποτα άλλο από θεατρική παράσταση και καρναβάλι. Η μεταμφίεση των πληβείων, των ταπεινών και των καταφρονεμένων προκαλούσε το ξεμασκάρεμα, την αποκάλυψη του αληθινού προσώπου των ευγενών και των καρδιναλίων.

Το καρναβάλι όμως περιέχει μία σημαντική πλευρά, που στην οποία συχνά δεν αποδίδεται η πρέπουσα σημασία. Το γέλιο είναι η επαναστατική εκείνη δύναμη που τσακίζει το καταστημένο και ανανεώνει τη ζωή, φανερώνοντας την κρυφή γοητεία της. Tαυτόχρονα, όμως, αποτελεί μέσο εκτόνωσης της συσσωρευμένης οργής και αγανάκτησης των μαζών, το οποίο συμβάλει στην αποφυγή μίας γενικευμένης ρήξης με τη φεουδαρχική εξουσία (και την οιαδήποτε υφιστάμενη εξουσία). Ο Χόρχε ως κλασσικός εκπρόσωπος του επίσημου κλήρου (στο μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο «Το όνομα του Ρόδου») μισούσε θανάσιμα το γέλιο και ανέφερε χαρακτηριστικά: «Το γέλιο είναι η αδυναμία, η εξαχρείωση, η αηδία της σάρκας. Είναι η διασκέδαση του χωρικού, η ακολασία του μεθυσμένου, ακόμη και η Εκκλησία με τη σοφία της το επέτρεψε τη στιγμή της γιορτής, του καρναβαλ